Η Μπίλι Χόλιντεϊ (Billie Holiday, 7 Απριλίου 1915 - 17 Ιουλίου 1959)
ήταν διακεκριμένη Αμερικανίδα τραγουδίστρια και συνθέτης της τζαζ.
Περισσότερο γνωστή για τις ερμηνείες της σε συνθέσεις άλλων μουσικών και
τις φωνητικές ικανότητές της, η ίδια συνέθεσε περιορισμένο αριθμό
τραγουδιών, ορισμένα από τα οποία συγκαταλέγονται στα κλασικά του τζαζ
ρεπερτορίου, όπως τα Lady Sings the Blues και God Bless the Child.
Χαρακτηρίζεται συχνά ως η επιφανέστερη τραγουδίστρια στην ιστορία της
τζαζ, λαμβάνοντας υπόψη και την επίδραση που άσκησε σε μεταγενέστερους
καλλιτέχνες. Ερμήνευσε επίσης τραγούδια του μπλουζ ρεπερτορίου.
Θεωρείται πως οι εγκάρδιες ερμηνείες της βρίσκονται στον αντίποδα των
περισσότερο χαρούμενων αυτοσχεδιασμών της Έλα Φιτζέραλντ.Γεννήθηκε στη
Φιλαδέλφειατων ΗΠΑ και μεγάλωσε στην πόλη της Βαλτιμόρης. Σε επίσημα
έγγραφα εμφανίζεται με μία πληθώρα παραλλαγών του πραγματικού ονόματός
της. Ήταν γνωστή κυρίως ως Eleanora Fagan, σύμφωνα με το επώνυμο της
μητέρας της, ωστόσο σε νοσοκομειακά έγγραφα αναφέρεται ως Eleanor Harris
(ή Elinore στο πιστοποιητικό γέννησής της). Σε παιδική ηλικία απέκτησε
το παρωνύμιο Μπίλι, ενώ βαπτίστηκε με το όνομα Eleanor Gough. Παράλληλα
ήταν γνωστή ως Ματζ (Madge). Σε εφηβική ηλικία άρχισε να κάνει
συστηματική χρήση του ονόματος Μπίλι, πιθανώς λόγω της εκτίμησης που
έτρεφε για την ηθοποιό του βωβού κινηματογράφου Μπίλι Νταβ (Billie
Dove), ενώ αργότερα υιοθέτησε το επώνυμο του πατέρα της, ελαφρά
παραλλαγμένο (Halliday), με το οποίο ξεκίνησε την επαγγελματική
σταδιοδρομία της στο τραγούδι. Ο τζαζ μουσικός Λέστερ Γιανγκ τής έδωσε
επίσης το γνωστό παρωνύμιο Lady Day.Τα παιδικά της χρόνια
χαρακτηρίστηκαν από έντονες δυσκολίες. Ο πατέρας της εγκατέλειψε την
οικογένεια αρνούμενος να αναγνωρίσει την πατρότητα της Χόλιντεϊ, κάτι
που τελικά έκανε μόνο μετά την πρώτη επαγγελματική επιτυχία της. Ο ίδιος
ήταν επίσης μουσικός, παίζοντας κιθάρα σε μεγάλες ορχήστρες (big
bands), καθώς και στην ορχήστρα του Φλέτσε Χέντερσον. Στην αυτοβιογραφία
της περιγράφει την κακομεταχείρισή της από συγγενείς με τους οποίους
αναγκάστηκε να συμβιώσει όταν η μητέρα της εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη,
ενώ για σύντομο χρονικό διάστημα φυλακίστηκε για πορνεία. Η ενασχόλησή
της με το τραγούδι ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1930,
τραγουδώντας σε μικρούς χώρους του Μπρούκλιν. Ο μουσικός παραγωγός και
κυνηγός ταλέντων Τζον Χάμοντ ήταν ο πρώτος που διέκρινε τις δυνατότητές
της και οργάνωσε τις πρώτες ηχογραφήσεις της, οι οποίες
πραγματοποιήθηκαν σε συνεργασία με τον Μπένι Γκούντμαν. Από το 1935
ηχογραφούσε συστηματικά, αποκτώντας σταδιακά ένα ευρύτερο ακροατήριο.
Υπήρξε από τις πρώτες Αφροαμερικανίδες τραγουδίστριες που συμμετείχαν σε
ορχήστρα λευκών, συνεργαζόμενη με τον Άρτι Σο (Artie Shaw) το 1938, και
μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940 αποτελούσε μία από τις
δημοφιλέστερες τραγουδίστριες. Την ίδια περίοδο, πολλά προβλήματα
σημάδευαν την προσωπική ζωή της, σε αντιδιαστολή με την επιτυχημένη
επαγγελματική εξέλιξή της. Άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, για
την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση το 1947, ενώ συνδέθηκε συχνά με
συντρόφους που την κακομεταχειρίστηκαν. Σε συνδυασμό με την εξάρτηση από
το αλκοόλ η υγεία της επιδεινώθηκε. Συνέχισε να τραγουδά και να
περιοδεύει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, ωστόσο η φωνή της
τραχύνθηκε εμφανώς από τις καταχρήσεις. Πέθανε από κίρρωση του ήπατος σε
ηλικία 44 ετών και σε δεινή οικονομική κατάσταση, έχοντας απωλέσει τα
κέρδη της από τη μουσική.The Quintessential Billie Holiday, Vols. 1-9,
ColumbiaThe Complete Original American Decca Recordings, MCA GRP
26012Lady in Autumn, Verve
Σ'ΑΥΤΟ ΤΟ BLOG ΔΕΝ ΚΑΝΟYΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ....ΚΑΤΑΓΡΑΦΟΥΜΕ ΜΟΥΣΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ...... Η ΠΕΙΡΑΤΕΙΑ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ....ΑΦΗΣΤΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΝΑ ΖΗΣΕΙ !!!!!!!!!!
Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012
Η Μπίλι Χόλιντεϊ (Billie Holiday, 7 Απριλίου 1915 - 17 Ιουλίου 1959)
ήταν διακεκριμένη Αμερικανίδα τραγουδίστρια και συνθέτης της τζαζ.
Περισσότερο γνωστή για τις ερμηνείες της σε συνθέσεις άλλων μουσικών και
τις φωνητικές ικανότητές της, η ίδια συνέθεσε περιορισμένο αριθμό
τραγουδιών, ορισμένα από τα οποία συγκαταλέγονται στα κλασικά του τζαζ
ρεπερτορίου, όπως τα Lady Sings the Blues και God Bless the Child.
Χαρακτηρίζεται συχνά ως η επιφανέστερη τραγουδίστρια στην ιστορία της
τζαζ, λαμβάνοντας υπόψη και την επίδραση που άσκησε σε μεταγενέστερους
καλλιτέχνες. Ερμήνευσε επίσης τραγούδια του μπλουζ ρεπερτορίου.
Θεωρείται πως οι εγκάρδιες ερμηνείες της βρίσκονται στον αντίποδα των
περισσότερο χαρούμενων αυτοσχεδιασμών της Έλα Φιτζέραλντ.Γεννήθηκε στη
Φιλαδέλφειατων ΗΠΑ και μεγάλωσε στην πόλη της Βαλτιμόρης. Σε επίσημα
έγγραφα εμφανίζεται με μία πληθώρα παραλλαγών του πραγματικού ονόματός
της. Ήταν γνωστή κυρίως ως Eleanora Fagan, σύμφωνα με το επώνυμο της
μητέρας της, ωστόσο σε νοσοκομειακά έγγραφα αναφέρεται ως Eleanor Harris
(ή Elinore στο πιστοποιητικό γέννησής της). Σε παιδική ηλικία απέκτησε
το παρωνύμιο Μπίλι, ενώ βαπτίστηκε με το όνομα Eleanor Gough. Παράλληλα
ήταν γνωστή ως Ματζ (Madge). Σε εφηβική ηλικία άρχισε να κάνει
συστηματική χρήση του ονόματος Μπίλι, πιθανώς λόγω της εκτίμησης που
έτρεφε για την ηθοποιό του βωβού κινηματογράφου Μπίλι Νταβ (Billie
Dove), ενώ αργότερα υιοθέτησε το επώνυμο του πατέρα της, ελαφρά
παραλλαγμένο (Halliday), με το οποίο ξεκίνησε την επαγγελματική
σταδιοδρομία της στο τραγούδι. Ο τζαζ μουσικός Λέστερ Γιανγκ τής έδωσε
επίσης το γνωστό παρωνύμιο Lady Day.Τα παιδικά της χρόνια
χαρακτηρίστηκαν από έντονες δυσκολίες. Ο πατέρας της εγκατέλειψε την
οικογένεια αρνούμενος να αναγνωρίσει την πατρότητα της Χόλιντεϊ, κάτι
που τελικά έκανε μόνο μετά την πρώτη επαγγελματική επιτυχία της. Ο ίδιος
ήταν επίσης μουσικός, παίζοντας κιθάρα σε μεγάλες ορχήστρες (big
bands), καθώς και στην ορχήστρα του Φλέτσε Χέντερσον. Στην αυτοβιογραφία
της περιγράφει την κακομεταχείρισή της από συγγενείς με τους οποίους
αναγκάστηκε να συμβιώσει όταν η μητέρα της εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη,
ενώ για σύντομο χρονικό διάστημα φυλακίστηκε για πορνεία. Η ενασχόλησή
της με το τραγούδι ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1930,
τραγουδώντας σε μικρούς χώρους του Μπρούκλιν. Ο μουσικός παραγωγός και
κυνηγός ταλέντων Τζον Χάμοντ ήταν ο πρώτος που διέκρινε τις δυνατότητές
της και οργάνωσε τις πρώτες ηχογραφήσεις της, οι οποίες
πραγματοποιήθηκαν σε συνεργασία με τον Μπένι Γκούντμαν. Από το 1935
ηχογραφούσε συστηματικά, αποκτώντας σταδιακά ένα ευρύτερο ακροατήριο.
Υπήρξε από τις πρώτες Αφροαμερικανίδες τραγουδίστριες που συμμετείχαν σε
ορχήστρα λευκών, συνεργαζόμενη με τον Άρτι Σο (Artie Shaw) το 1938, και
μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940 αποτελούσε μία από τις
δημοφιλέστερες τραγουδίστριες. Την ίδια περίοδο, πολλά προβλήματα
σημάδευαν την προσωπική ζωή της, σε αντιδιαστολή με την επιτυχημένη
επαγγελματική εξέλιξή της. Άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, για
την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση το 1947, ενώ συνδέθηκε συχνά με
συντρόφους που την κακομεταχειρίστηκαν. Σε συνδυασμό με την εξάρτηση από
το αλκοόλ η υγεία της επιδεινώθηκε. Συνέχισε να τραγουδά και να
περιοδεύει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, ωστόσο η φωνή της
τραχύνθηκε εμφανώς από τις καταχρήσεις. Πέθανε από κίρρωση του ήπατος σε
ηλικία 44 ετών και σε δεινή οικονομική κατάσταση, έχοντας απωλέσει τα
κέρδη της από τη μουσική.The Quintessential Billie Holiday, Vols. 1-9,
ColumbiaThe Complete Original American Decca Recordings, MCA GRP
26012Lady in Autumn, Verve
PABLO MILANES

Ο Πάμπλο Μιλανές (Pablo Milanés) είναι Κουβανός συνθέτης, τραγουδιστής, κιθαρίστας.
Γεννήθηκε στο Bayamo της Κούβας το 1943. Σπούδασε στην εθνική σχολή μουσικής της Αβάνας. Το «feeling» είναι ένα μουσικό στυλ που ξεκίνησε στη Κούβα τη δεκαετία του 40, στο οποίο τα αισθήματα ορίζουν την ερμηνεία. Το στυλ αυτό επηρρεάστηκε από τα βορειοαμερικάνικα ρομαντικά τραγούδια της εποχής και τη τζαζ. Το «feeling» συνοδευόταν με μια κιθάρα, σαν τους παλιούς τρουβαδούρους, για να γίνει καλύτερη επικοινωνία με το κοινό. Από εκεί ξεκίνησε και ο Πάμπλο Μιλανές.
Ώς ερμηνευτής, ο Πάμπλο Μιλανές μπήκε στο συγκρότημα Los Bucaneros. Που και που, τραγουδούσε και μόνος του. Συνεργάστηκε με το συγκρότημα αυτό μέχρι το 1966. Το 1967, κάνει την στρατιωτική θητεία του, την εποχή του πολέμου στο Βιετνάμ, και αρχίζει να γράφει τραγούδια πιο πολιτικοποιημένα. Το 1968 δίνει την πρώτη του συναυλία με τον Silvio Rodríguez στο La Casa de las Américas. Είναι το πρώτο σήμα του μουσικού κινήματος που ονομάστηκε το 1972 Nueva Trova. Στο ίδιο μέρος συνάντησε και άλλα σημαντικά πρόσωπα της πολιτιστικής και μουσικής πολιτικής σκηνής όπως Violeta Parra, Chico Buarque, Vinicius de Moraes, Víctor Jara και πολλοί άλλοι. Στις αρχές της δεκαετίας του 80, ξεκινάει δικό του συγκρότημα, με διάφορους φίλους του. Συνεχίζει να αναμιγνύει διάφορα είδη μουσικής, πάντα με δυνατή κοινωνική διάσταση.
Μαζί με τον Silvio Rodriguez και τον Noel Nicola, θεωρείται ένας από τους ιδρυτές της Nueva Trova. Ξεχωρίζει από τον Silvio Rodriguez με μελωδίες επηρεασμένες από τη Βραζιλία, μελωδίες που τις παίζει στη κιθάρα ή στο πιάνο. Συνεργάστηκε με πολλούς καλλιτέχνες όπως οι Silvio Rodríguez, Joaquín Sabina, Ana Belén, Joan Manuel Serrat, Víctor Manuel, Los Van Van, και άλλους. Τα πιο φημισμένα τραγούδια του είναι Yolanda, Yo me quedo, Amo a esta isla.
Το 2005 για πρώτη φορά συνθέτει μέρος της μουσικής του κινηματογραφικού έργου Siempre Habana του Ángel Peláez.
Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011
«The Wall»: μια ταινία που οι Pink Floyd θα 'θελαν να γκρεμίσουν
Απομονωμένος
σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου με μόνη συντροφιά το φως της τηλεόρασης ένας
ροκ σταρ, ο Πινκ, βυθίζεται σταδιακά στην παράνοια.
Απανωτά
φλας μπακ διηγούνται την παιδική του ηλικία, την απώλεια του πατέρα, τη
σχέση του με την υπερπροστατευτική μητέρα και τα σχολικά χρόνια κάτω από
ένα βάναυσο εκπαιδευτικό σύστημα. Ενώ, παράλληλα, οραματίζεται το μέλλον του ως ένας σκοτεινός δικτάτορας που σέρνει πίσω του
στρατιές θαυμαστών. Η ταινία, χωρίς διάλογους, βασίζεται μόνο στα
θρυλικά τραγούδια του «The Wall». Ενώ η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα
εντείνεται από τα εφιαλτικά κινούμενα σχέδια που παρεισφρέουν
στην οθόνη σαν ονειρικά θραύσματα των νοσηρών σκέψεων του Πινκ. Και ο
Αλαν Πάρκερ μέσα από τη μουσική των Pink Floyd υπογράφει μια μοναδική
αλληγορία για το τίμημα της δόξας και τη μοναξιά ενός αστέρα του
θεάματος που χτίζει γύρω του έναν τοίχο για να προστατευτεί από την
πραγματικότητα.
Η
ταινία «Pink Floyd: The Wall» του 82 που θα ξαναβγεί στις αίθουσες στις
27 Σεπτεμβρίου, είκοσι πέντε χρόνια μετά την πρώτη προβολή της, κρύβει
μεγάλη ιστορία. Αρχικά ο Ρότζερ Γουότερς, μπασίστας και τραγουδιστής των
Pink Floyd, που συνέθεσε σχεδόν μόνος το διπλό άλμπουμ «The Wall» του
,80, ήθελε να γυρίσει μια αντίστοιχη ταινία. Σε αυτήν θα αναμείγνυε τις
συναυλίες των Pink Floyd με κινούμενα σχέδια του πολιτικοποιημένου
σχεδιαστή Τζέραλντ Σκαρφ. Όμως, η δισκογραφική τους εταιρεία αρνήθηκε να
προχωρήσει στην παραγωγή εξηγώντας τους ότι η ταινία μοιάζει
«εξαιρετικά δυσνόητη».
Την ίδια εποχή ο Αλαν Πάρκερ πλησίασε τον Γουότερς εξηγώντας του ότι θα ήθελε να γυρίσει μια ταινία σχετική με το άλμπουμ του. Προσφέρθηκε μάλιστα να αναλάβει την παραγωγή, όπου θα πρωταγωνιστούσε ο ίδιος ο Γουότερς στον ρόλο του Πινκ. Οι επιλογές αποδείχθηκαν καταστροφικές. Ο Γουότερς δεν μπορούσε να παίξει. Έτσι οι σκηνές από τις συναυλίες της μπάντας αποσύρθηκαν. Το σενάριο του Γουότερς άλλαξε μορφή και ο Πάρκερ σχεδίασε την ταινία από την αρχή, επιλέγοντας στον
ρόλο του Πινκ τον Μπομπ Γκέντολφ, τον γνωστό τότε ως τραγουδιστή των
Boomtown Rats. Από την αρχική ιδέα κράτησε τα κινούμενα σχέδια του Σκαρφ
και τη συμφωνία να μην υπάρχουν διάλογοι αλλά η πλοκή να εκτυλίσσεται
μέσα από τα τραγούδια του άλμπουμ.
Η
ταινία βγήκε στις αίθουσες το ,82. Ο Γουότερς, που σύμφωνα με τον
Πάρκερ ανακατευόταν διαρκώς στα γυρίσματα και συχνά συγκρουόταν μαζί
του, είπε: «Απογοητεύτηκα. Ο Πινκ κατέληξε μια αντιπαθής απόμακρη
φιγούρα που κανείς δεν μπορεί να ταυτιστεί μαζί του».
Αλλά
και ο Πάρκερ ήταν δυσαρεστημένος από τις συνεχείς
παρεμβάσεις του
Γουότερς, που δεν ήθελε μια χολιγουντιανή παραγωγή. «Ήταν η πιο ακριβή
ερασιτεχνική ταινία που έχω κάνει ποτέ μου», είχε δηλώσει. Τέλος, για
τον Ντέιβιντ Γκίλμουρ, τον κιθαρίστα, η ταινία ήταν η αρχή του τέλους
για τους Pink Floyd αφού τότε ξεκίνησε η κόντρα του με τον Γουότερς. «Η
ταινία ήταν μια αποτυχία», έλεγε, «ιδιαίτερα αν τη συγκρίνουμε με τον
θρίαμβο του άλμπουμ και των συναυλιών που ακολούθησαν».
Ο πόλεμος Πάρκερ - Γουότερς
«Όχι τώρα, Τζον, πρέπει να τελειώνουμε με την ταινία, το Χόλιγουντ μας περιμένει στο τέλος του ουράνιου τόξου...». Σύμφωνα με τις φήμες, αυτοί οι στίχοι από το Final Cut του '83, το άλμπουμ που ο Γουότερς υπογράφει πια μόνος του ως Pink Floyd, είναι η σαρκαστική απάντηση στον Αλαν Πάρκερ. Εκφράζουν τη δυσαρέσκειά του για την ταινία «Pink Floyd: The Wall» που ένα χρόνο πριν οι κριτικοί είχαν
χαρακτηρίσει «καταθλιπτική
αποτυχία».
Για τον Γουότερς το «The Wall» ήταν ένα επώδυνο στη σύνθεση και εκτέλεση άλμπουμ, μια συρραφή από προσωπικές του εμπειρίες. Τα σπέρματά του βρίσκονται σε ένα οδυνηρό επεισόδιο. Το 1977, καθώς ολοκλήρωναν την περιοδεία τού «Animals», στην τελευταία συναυλία στο Μόντρεαλ ένας θεατής ανέβηκε στη σκηνή και πιάστηκε στα χέρια με τον Γουότερς. Από εκείνη τη στιγμή, όπως έλεγε, γεννήθηκε η ιδέα να γράψει ένα άλμπουμ για την αλλοτρίωση ενός αστέρα της μουσικής βιομηχανίας. «Τότε διαπίστωσα ότι ανάμεσα σε εμάς και το κοινό μας υψώθηκε ένας τοίχος και αυτό οφείλεται στην αλαζονεία και την απληστία μας».
Το διπλό άλμπουμ «The Wall», που κυκλοφόρησε το ,79 και αποτελεί ένα από τα ιστορικά άλμπουμ της ροκ σκηνής, ήταν η προσωπική του εξομολόγηση για την αποξένωσή του από το κοινό. Παράλληλα, όμως, ήταν και μια σχεδόν αυτοβιογραφική διήγηση για τη σχέση του με τη μητέρα του, την παράνοια του εκπαιδευτικού συστήματος -μια κρεατομηχανή που μετατρέπει τα παιδιά σε άβουλα πλάσματα-, την προδοσία της πρώην γυναίκας του, αλλά και τη σύγκρουσή του με την αδηφάγο μουσική βιομηχανία.
Γράφοντας το σενάριο ο Γουότερς διάνθισε την ιστορία της πορείας προς την παραφροσύνη και με άλλες σκηνές. Έτσι, το ξύρισμα των φρυδιών του Πινκ αναφέρεται στον Σιντ Μπάρετ, τον παλιό του σύντροφο, που κατέληξε να περιφέρεται στα ψυχιατρικά ιδρύματα και πέθανε πρόσφατα. Ενώ η μανία του Πινκ, που καταστρέφει το δωμάτιο του ξενοδοχείου, είναι εμπνευσμένη από ανάλογα περιστατικά με πρωταγωνιστές τούς Led Zeppelin.
Κάπως έτσι η σύγκρουσή του με τον Πάρκερ, που ουσιαστικά κινηματογράφησε την πορεία ενός δημιουργού προς την κατάθλιψη, ήταν αναπόφευκτη. «Ο Πινκ δεν είναι ένας καταθλιπτικός ροκ αστέρας σε παρακμή», είχε πει το 2005 ο Γουότερς καθώς ετοίμαζε το ανέβασμα του «The Wall» στο Μπρόντγουεϊ. «Γι' αυτό ήθελα να φωτίσω τις άλλες πλευρές του χαρακτήρα του. Ο Πινκ στην ταινία δεν ήταν ελκυστικός, ούτε καταλάβαινες την εσωτερική του διαμάχη. Κι αν δεν το καταλάβαινες η ταινία δεν είχε λόγο ύπαρξης».
Για τον Γουότερς το «The Wall» ήταν ένα επώδυνο στη σύνθεση και εκτέλεση άλμπουμ, μια συρραφή από προσωπικές του εμπειρίες. Τα σπέρματά του βρίσκονται σε ένα οδυνηρό επεισόδιο. Το 1977, καθώς ολοκλήρωναν την περιοδεία τού «Animals», στην τελευταία συναυλία στο Μόντρεαλ ένας θεατής ανέβηκε στη σκηνή και πιάστηκε στα χέρια με τον Γουότερς. Από εκείνη τη στιγμή, όπως έλεγε, γεννήθηκε η ιδέα να γράψει ένα άλμπουμ για την αλλοτρίωση ενός αστέρα της μουσικής βιομηχανίας. «Τότε διαπίστωσα ότι ανάμεσα σε εμάς και το κοινό μας υψώθηκε ένας τοίχος και αυτό οφείλεται στην αλαζονεία και την απληστία μας».
Το διπλό άλμπουμ «The Wall», που κυκλοφόρησε το ,79 και αποτελεί ένα από τα ιστορικά άλμπουμ της ροκ σκηνής, ήταν η προσωπική του εξομολόγηση για την αποξένωσή του από το κοινό. Παράλληλα, όμως, ήταν και μια σχεδόν αυτοβιογραφική διήγηση για τη σχέση του με τη μητέρα του, την παράνοια του εκπαιδευτικού συστήματος -μια κρεατομηχανή που μετατρέπει τα παιδιά σε άβουλα πλάσματα-, την προδοσία της πρώην γυναίκας του, αλλά και τη σύγκρουσή του με την αδηφάγο μουσική βιομηχανία.
Γράφοντας το σενάριο ο Γουότερς διάνθισε την ιστορία της πορείας προς την παραφροσύνη και με άλλες σκηνές. Έτσι, το ξύρισμα των φρυδιών του Πινκ αναφέρεται στον Σιντ Μπάρετ, τον παλιό του σύντροφο, που κατέληξε να περιφέρεται στα ψυχιατρικά ιδρύματα και πέθανε πρόσφατα. Ενώ η μανία του Πινκ, που καταστρέφει το δωμάτιο του ξενοδοχείου, είναι εμπνευσμένη από ανάλογα περιστατικά με πρωταγωνιστές τούς Led Zeppelin.
Κάπως έτσι η σύγκρουσή του με τον Πάρκερ, που ουσιαστικά κινηματογράφησε την πορεία ενός δημιουργού προς την κατάθλιψη, ήταν αναπόφευκτη. «Ο Πινκ δεν είναι ένας καταθλιπτικός ροκ αστέρας σε παρακμή», είχε πει το 2005 ο Γουότερς καθώς ετοίμαζε το ανέβασμα του «The Wall» στο Μπρόντγουεϊ. «Γι' αυτό ήθελα να φωτίσω τις άλλες πλευρές του χαρακτήρα του. Ο Πινκ στην ταινία δεν ήταν ελκυστικός, ούτε καταλάβαινες την εσωτερική του διαμάχη. Κι αν δεν το καταλάβαινες η ταινία δεν είχε λόγο ύπαρξης».
Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011
Ντίνα Παπαϊωάννου
Η Ντίνα Παπαϊωάννου ζει στη Θεσσαλονίκη.
Μία γνήσια λαϊκή φωνή που διέπρεψε σε μεγάλες πίστες, σε σημαντικές μουσικές σκηνές και σε συναυλιακούς χώρους μαζί με καταξιωμένους καλλιτέχνες.
Η Ντίνα Παπαϊωάννου ζει στη Θεσσαλονίκη.
Μία γνήσια λαϊκή φωνή που διέπρεψε σε μεγάλες πίστες, σε σημαντικές μουσικές σκηνές και σε συναυλιακούς χώρους μαζί με καταξιωμένους καλλιτέχνες.
Ο Γιάννης Ζουγανέλης ηθικός αυτουργός για την "είσοδό" της στη δισκογραφία.
Από τις σημαντικότερες συνεργασίες της είναι αυτή με τον Γιάννη Σπανό (τραγούδια του οποίου ερμήνευσε και στο πρώτο της cd "Σημάδια του καιρού"), ο οποίος την χαρακτηρίζει "σπουδαία ερμηνεύτρια".
Μοναδικές συνεργασίες με:
Μίμη Πλέσσα...
Θανάση Πολυκανδριώτη...
Πίτσα Παπαδοπούλου...
Ελένη Βιτάλη...
Λίτσα Διαμάντη...
Καίτη Γκρέϋ...
Ελένη Δήμου...
Σοφία Βόσσου...
Γιάννη Σαββιδάκη...
Α. Χατζή...
Κώστα Τουρνά...
Σταμάτη Κόκοτα ...και με πολλούς ακόμη καλλιτέχνες.
Ο Θανάσης Πολυκανδριώτης και ο Φίλιππος Γράψας υπογράφουν το τραγούδι "Του έρωτα ο κύκλος" από το ομότιτλο cd - single που έγινε χρυσό.
Ακολούθησε το ολοκληρωμένο album με τίτλο «Σε κόσμο ψεύτικο» από τη MELLON MUSIC, με 12 τραγούδια (Λαϊκά – έντεχνα) που ακούγονται ήδη από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς.
Σήμερα βρίσκεται στο studio Sofita όπου ηχογραφεί για την ίδια δισκογραφική εταιρία την τέταρτη κατά σειρά δισκογραφική δουλειά «Μη με υπολογίζεις» με promo το ομότιτλο τραγούδι του Χρήστου Νικολόπουλου σε στίχους του Φίλλιπο Γράψα.
Η εμπειρία και το ταλέντο συναντώνται στο πρόσωπο της λαϊκής τραγουδίστριας «Ντίνας Παπαϊωάννου».
(H
Ντίνα Παπαϊωάννου εκτός από στίχους σε κάποια τραγούδια της, υπογράφει
και δύο ποιητικές συλλογές "Γλυφό νερό" και "Με τα φτερά της νιότης" ενώ
μόλις κυκλοφόρησε και το αφήγημά της με τίτλο "Και τη
νύχτα.....έρχονται οι άγγελοι".)
Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011
Δίσκος είναι και ραγίζει
Μια ολόκληρη βιομηχανία υπό
κατάρρευση. Τα δισκοπωλεία αποτελούν πια είδος υπό εξαφάνιση κι έτσι οι
δίσκοι ξεπέσανε στα περίπτερα. Τα κέρδη των εταιρειών συρρικνώνονται. Οι
χρυσοί δίσκοι όχι μόνο χάσανε τη λάμψη τους αλλά κινδυνεύουν να
αποτελούν πια κιτς ανάμνηση από ένα ξεθωριασμένο παρελθόν. Οι
καλλιτέχνες εγκαταλείπουν τις παράλογες απαιτήσεις και εξασφαλίζουν μια
θέση σε αυτό το παρηκμασμένο τοπίο της δισκογραφίας, πληρώνοντας μόνοι
τους τα έξοδα ενός άλμπουμ. Την ίδια ώρα, νέες ανεξάρτητες εταιρείες
καταβάλλουν φιλότιμες προσπάθειες προκειμένου να στηρίξουν τη νεανική
παραγωγή. Η κρίση φυσικά της δισκογραφίας δεν είναι νέο φαινόμενο,
ωστόσο η πτώση συνεχίζεται αμείωτη.
* Ο,ΤΙ ΛΑΜΠΕΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΡΥΣΟΣ
Η πρώτη απονομή χρυσού δίσκου έγινε το 1970 για το άλμπουμ του Απόστολου Καλδάρα «Μικρά Ασία». Από το 1970 ώς το 1990 χρυσό ανακηρύσσεται ένα άλμπουμ με πωλήσεις 50.000 αντιτύπων και πλατινένιο όταν ξεπερνά τις 100.000. Από το 1990, ο χρυσός δίσκος πέφτει στα 30.000 αντίτυπα και ο πλατινένιος στα 60.000. Επειτα από μακρά κατηφόρα ο χρυσός δίσκος για έναν ελληνικό δίσκο ξεπέφτει πια στο όριο των 6.000. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Πέτρου Δραγουμάνου, στα τελευταία 10 χρυσά άλμπουμ συμπεριλαμβάνονται τα «Live» των Φωτεινής Δάρρα, Χάρη Κωστόπουλου και Δημήτρη Μπάση, ο δίσκος «Το παιχνίδι παίζεται ακόμα» του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, το «Καλοκαίρι στην καρδιά» της Ηβης Αδάμου αλλά και τα «Τραγούδια κάτω απ' το φεγγάρι» της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων Πάτρας!
Για τα σινγκλ τα σημερινά όρια (ισχύουν από 1ης Ιουλίου 2008) είναι 3.000 για το χρυσό και 6.000 για το πλατινένιο. Ενώ από το 2004 καθιερώθηκε και ο θεσμός του χρυσού/πλατινένιου μουσικού DVD με πωλήσεις 5.000 και 10.000 αντιτύπων, αντίστοιχα. Από 1ης Ιουλίου 2008, έπεσαν ακόμα και αυτά τα όρια στις 3.000 και 6.000 κομμάτια.
«Δεν έχει σημασία σε ποιον αριθμό έχουν πέσει πλέον οι χρυσοί κι οι πλατινένιοι δίσκοι. Σημασία έχει να υιοθετηθεί ένας νέος τρόπος -όπως γίνεται στο εξωτερικό- ώστε να υπολογίζονται όλοι οι τρόποι πώλησης που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια», σχολιάζει ο Β. Κωνσταντουλάκης. «Η δισκογραφική βιομηχανία βρίσκεται σε μια φάση επαναπροσδιορισμού τού τι σημαίνει χρυσός και πλατινένιος δίσκος. Ο Πασχάλης Τερζής, ο Φίλιππος Πλιάτσικας, η Ελεωνόρα Ζουγανέλη, η Πέγκυ Ζήνα κάνουν ακόμα πλατινένιους δίσκους. Σημασία, όμως, έχει να προσδιοριστεί μια επιβράβευση που να περιλαμβάνει όλους τους τρόπους πώλησης -όπως για παράδειγμα τις digital πωλήσεις- και όχι μόνο του φυσικού προϊόντος, που ελάχιστα αντικατοπτρίζει πια το εάν ένας καλλιτέχνης είναι δημοφιλής ή όχι. Για παράδειγμα, τα στοιχεία δείχνουν πως το έντεχνο καταναλώνεται περισσότερο στο φυσικό προϊόν, η τζαζ στα βινύλια και η ποπ στα digital. Αρα υπάρχει ένα ολόκληρο κομμάτι και μάλιστα πολύ δυναμικού κοινού που παραμένει αμέτρητο».
Κι ενώ τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι για το 2011 χρυσό δίσκο δεν έχουμε μέχρι στιγμής, οι εταιρείες επιμένουν πως αρκετοί καλλιτέχνες τους έχουν ξεπεράσει το όριο των 6.000 δίσκων. «Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση» εξηγεί ο Νίκος Στεφανάκης, υπεύθυνος της IFPI, του ελληνικού τμήματος της διεθνούς ομοσπονδίας των δισκογραφικών. «Οταν οι εταιρείες διαπιστώσουν πως οι πωλήσεις ενός δίσκου τους πλησιάζουν τα 6.000 αντίτυπα, τότε οφείλουν να ενημερώσουν την εταιρεία ορκωτών λογιστών Deloitte & Touche με την οποία συνεργαζόμαστε. Εκείνοι πηγαίνουν τότε και ελέγχουν τα στοιχεία για να διαπιστώσουν πως πράγματι οι πωλήσεις πλησιάζουν τις 6.000 αντίτυπα και στη συνέχεια δίνουν την έγκρισή τους. Ομως αυτή η διαδικασία πιστοποίησης κοστίζει στη δισκογραφική εταιρεία ένα συγκεκριμένο ποσό για κάθε δίσκο. Χωρίς αυτή την έγκριση εμείς δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι υπάρχει χρυσό άλμπουμ. Ομως, λόγω οικονομικής κρίσης, οι εταιρείες αποφεύγουν να πληρώνουν την Deloitte & Touche. Αρκούνται, λοιπόν, στο να κάνουν δικές τους απονομές χωρίς την επίσημη σφραγίδα».
Μόνο που οι σημερινές απονομές δεν είναι σαν τις μεγαλομανείς φιέστες του παρελθόντος. «Κάποτε οι απονομές γίνονταν για διαφήμιση» λέει ο Πέτρος Δραγουμάνος, γνωστός στατιστικολόγος του ελληνικού τραγουδιού και δημιουργός του CD rom «Ελληνική δισκογραφία, 1950-2011», στο οποίο εμπεριέχεται ο πληρέστερος κατάλογος της ελληνικής μουσικής δημιουργίας. «Τότε που το χρήμα ανακυκλωνόταν, ο ντόρος και ο απόηχος μιας απονομής είχε ως αποτέλεσμα να πουληθούν 2.000-3.000 αντίτυπα ακόμα. Σήμερα που αυτοί οι αριθμοί είναι μακρινά όνειρα, τελειωσαν και οι πολλές απονομές».
* ΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ
Ο Γολγοθάς, πάντως, των καλλιτεχνών έρχεται πολύ νωρίτερα από τις απονομές. Με δεδομένη την αδυναμία των εταιρειών να πληρώσουν την παραγωγή των δίσκων τους αλλά και να συναινέσουν σε κάθε είδους υπερβολική απαίτηση των ερμηνευτών, οι καλλιτέχνες καλούνται πλέον να φτιάξουν μόνοι τους τα άλμπουμ τους: συγκεντρώνουν τα τραγούδια τους, βρίσκουν μουσικούς, νοικιάζουν στούντιο, ηχογραφούν και πηγαίνουν στην εταιρεία με το άλμπουμ έτοιμο. «Η παραγωγή ενός δίσκου και η χρηματοδότησή του μετακινήθηκε πλέον -σχεδόν αποκλειστικά- στις πλάτες των καλλιτεχνών», επισημαίνει ο Π. Δραγουμάνος. «Θα μου πείτε, αφού τα 6.000 ή 10.000 ευρώ που θα ξοδέψουν δεν θα τα βγάλουν ποτέ από τις πωλήσεις του άλμπουμ, γιατί μπαίνουν στον κόπο; Η απάντηση είναι απλή: Διότι χωρίς δίσκο και νέα τραγούδια, δεν υπάρχεις στο μουσικό στερέωμα και κυρίως χωρίς κάνα δυο δυνατά σουξέ, οι περισσότεροι δεν θα βρουν ποτέ δουλειά στην πίστα, η οποία τους εξασφαλίζει την οικονομική επιβίωση».
* Η ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΣΙΝΓΚΛ
Ενα τραγούδι με ολοκληρωμένη ηχογράφηση, μείξεις, αμοιβές μουσικών κοστολογείται περίπου 1.000 ευρώ. Ως εκ τούτου, ενώ παλιότερα τα σιγνκλ των 4-5 τραγουδιών κυκλοφορούσαν ως προάγγελοι του επερχόμενου δίσκου, σήμερα έχουν αντικαταστήσει τα άλμπουμ. «Επειδή το 80% των τραγουδιστών πληρώνουν από την τσέπη τους, είναι σαφές ότι δεν έχουν χρήματα για να ηχογραφήσουν 10 ή 12 κομμάτια. Ετσι εμφανίζεται πια το φαινόμενο των δίσκων με 4-5 τραγούδια, αφού τόσο αντέχουν να χρηματοδοτούν. Ολες αυτές οι εκπτώσεις βεβαίως, έχουν αντίκτυπο στην ποιότητα της ηχογράφησης και της ενορχήστρωσης, αφού το βασικό ζητούμενο είναι το ελάχιστο κόστος, συχνά και το τζάμπα», συνεχίζει ο Π. Δραγουμάνος.
Ριγμένοι, βέβαια, παραμένουν σε αυτό το θολό τοπίο και οι μουσικοί. Δεδομένου ότι οι τραγουδιστές βάζουν από την τσέπη τους χρήματα, έχει καταργηθεί κάθε έννοια κασέ. Παλαιότερα, τα μέλη μιας ορχήστρας ήξεραν πως η αμοιβή τους θα εξαρτηθεί από τις ώρες που θα απασχοληθούν στο στούντιο. Σήμερα άλλοι τους πιάνουν στο φιλότιμο, άλλοι δεν τους πληρώνουν ποτέ κι άλλοι κάνουν εξαντλητικά παζάρια. Υπάρχει και πιο πονηρή μέθοδος: «Ελα να παίξεις δωρεάν στο δίσκο μου κι όταν κλείσω εμφανίσεις, θα σε πάρω μαζί μου και θα έχεις ένα αξιοπρεπές μεροκάματο».
Κι αφού οι δίσκοι δεν πουλάνε, οι εταιρείες βρήκαν άλλο τρόπο να βγάζουν χρήματα αλλά και να παραμένουν στενά συνδεδεμένες με τους καλλιτέχνες τους: Οι συναυλίες αλλά και οι εμφανίσεις του τραγουδιστή σε ένα κέντρο είναι σε στείρες περιόδους ένα πολύ καλό εισόδημα. «Πράγματι, η δισκογραφία εμπεριέχει πια στην δραστηριότητά της και τις συναυλίες. Αγκαλιάζει πλέον τους καλλιτέχνες μ' έναν διαφορετικό τρόπο απ' ό,τι το παρελθοντικό δούναι και λαβείν που περιοριζόταν στην κυκλοφορία μιας δισκογραφικής δουλειάς και την προώθησή της. Εχουμε μια συνολικότερη εικόνα της καλλιτεχνικής τους πορείας. Κι άλλωστε οι συναυλίες αποδεικνύουν πως η μουσική δεν έχει σταματήσει να καταναλώνεται. Ο τρόπος άλλαξε. Η Ελεωνόρα Ζουγανέλη, με μια καριέρα μόλις δύο προσωπικών άλμπουμ, γέμισε με 6.000 άτομα το θέατρο του Βύρωνα» λέει ο Β. Κωνσταντουλάκης.
Ωστόσο, η βασική πηγή εσόδων μιας μεγάλης δισκογραφικής εταιρείας παραμένει η στενή συνεργασία με τις εφημερίδες, δηλαδή τα λεγόμενα premium άλμπουμ, τα οποία για πολλούς έχουν μερίδιο ευθύνης για την απαξίωση των CDs και την κατάρρευση της δισκογραφίας. «Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι μόνες εταιρείες που διασώζονται είναι εκείνες με πλούσιο back catalogue, δηλαδή με παλαιό υλικό» λέει ο Πέτρος Δραγουμάνος. «Πριν από αρκετά χρόνια οι άνθρωποι που κινούσαν τα νήματα σε μια δισκογραφική ήταν οι καλοί παραγωγοί και οι άνθρωποι που είχαν διορατικότητα στην ανεύρεση νέων ταλέντων. Σήμερα, οι εταιρείες κρατιούνται από ανθρώπους με γνώση και εμπειρία που μπορούν να γεννούν ιδέες και να πουλάνε το ίδιο ρεπερτόριο με διαφορετικούς, ευφάνταστους τρόπους. Αν, για παράδειγμα, δεις σε μια εφημερίδα μια προσφορά με τίτλο "Τα καλύτερα τραγούδια του Λευτέρη Παπαδόπουλου", σε μια άλλη μια δεύτερη "Τα καλύτερα του Σταύρου Κουγιουμτζή" και σε ένα περιοδικό μια τρίτη με τα "Καλύτερα του Γιώργου Νταλάρα", είναι πολύ πιθανό να περιέχουν πολλά ίδια τραγούδια. Ομως, η εταιρεία το έχει πουλήσει με τρεις διαφορετικούς τρόπους και έχει εισπράξει χρήματα από τρία διαφορετικά έντυπα».
* ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΝΕΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ;
Και όμως υπάρχουν. Τόλμησαν να προσεγγίσουν το νεανικό κοινό - σε αντίθεση με τις πολυεθνικές που το θεωρούν «καμένο χαρτί», πιστεύοντας ότι δεν αγοράζει, αλλά «κατεβάζει» μουσικές. Σε ό,τι αφορά το ρεπερτόριό τους, ειδικεύτηκαν, αγκάλιασαν τους καλλιτέχνες εκείνους που οι πολυεθνικές απαξίωναν, αναζήτησαν και ανακάλυψαν ταλέντα μέσα από το δυναμικό του Ιντερνετ.
«Η ιστορία διεθνώς δείχνει ότι οι μικρές ετικέτες αναπτύσσονταν μέχρι του σημείου να αποτελέσουν στόχο εξαγοράς από μια μεγαλύτερη εταιρεία, η οποία λόγω όγκου και μακροοικονομικών στοιχείων είχε καλύτερη πρόσβαση στην τράπεζα για δάνεια, στους ειδικούς νομικούς για να την απαλλάξουν από βαριά φορολογία -μεταφέροντας την έδρα της σε παραδείσια νησιά. Με αυτούς τους τρόπους συσπειρώθηκε ένα μεγαλύτερο κομμάτι διανομής και έλεγχαν τους κανόνες της αγοράς. Τα στοιχεία που διαφοροποιούν μια πολυεθνική από μια μικρότερη εταιρεία είναι δύο: το κόστος του χρήματος και ο "έλεγχος" της αγοράς από τη μεριά των πρώτων και η δημιουργική μανία σε σημείο αυτοκαταστροφής από την πλευρά των δεύτερων» λέει ο Πάνος Θεοφανέλλης δημιουργός της Archangel.
Από την εταιρεία του κυκλοφορούν τα άλμπουμ της Μόνικας, συγκροτημάτων όπως οι Gad, Ρόδες, My Wet Calvin κ.ά. Εκτός, όμως, από το νέο αίμα της εγχώριας alternative σκηνής, δισκογραφικές σαν την Archangel και την Inner Ear συχνά αποτελούν ιδανικό τόπο δημιουργίας και για καταξιωμένους καλλιτέχνες, οι οποίοι είτε βαρέθηκαν την ψυχρή αντιμετώπιση των πολυεθνικών είτε δυσαρεστήθηκαν από τη συνεργασία τους. Για παράδειγμα οι τελευταίοι δίσκοι του Παύλου Παυλίδη και των Xaxakes βγήκαν από την Archangel, ενώ η Inner Ear φιλοξενεί πια τον Φοίβο Δεληβοριά, τη Λένα Πλάτωνος και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου.
Στην εποχή της προχειρότητας, η τελευταία φιλοξενεί στον κατάλογό της φιλόδοξες παραγωγές από το χώρο της indie και electro σκηνής, προσέχει την εικαστική πλευρά των άλμπουμ της, κυκλοφορεί βινύλια, πληρώνει και κάποιες παραγωγές. «Στην Inner Ear με τιμούν, γιατί θεωρούν ότι δημιουργώ έργο. Ηχογραφώ αυτά τα κομμάτια εδώ κι ένα χρόνο. Για μια πολυεθνική, αυτό θα ήταν αδιανόητο» μας είχε πει ο Φοίβος Δεληβοριάς. «Επίσης αισθάνομαι ότι μπορώ να πιω έναν καφέ με τους υπόλοιπους καλλιτέχνες της εταιρείας. Δεν μπορούσα να με βλέπω πια στο ίδιο ράφι με τραγουδιστές με τους οποίους δεν είχα τίποτα κοινό».
Σήμερα, έχοντας ξεπεράσει την αβεβαιότητα των πρώτων ετών, οι «εναλλακτικές» εταιρείες αναζητούν πλεόν έσοδα και από τις παραγωγές συναυλιών. «Αναζητήσαμε τρόπους για να αντεπεξέλθουμε στη συνολική ανάγκη έκθεσης των καλλιτεχνών μας. Μία από αυτές τις πρωτοβουλίες ήταν και η καθιέρωση φεστιβάλ όπως το Ark Festival» λέει ο Π. Θεοφανέλλης.
Δηλαδή, κάνουν πλέον ό,τι και οι πολυεθνικές; «Εμείς το κάνουμε με μεγαλύτερη επιτυχία, διότι όσο μεγαλύτερος είναι κανείς τόσο περισσότερο κινδυνεύει στη φουρτούνα. Οπως δεν μπορείς εύκολα να μετακινηθείς στο κέντρο μιας πόλης με φορτηγό, άλλο τόσο δύσκολα μπορεί ένας μεγάλος πολυεθνικός όμιλος να είναι ευέλικτος στις απότομες αλλαγές» προσθέτει. «Δεν είναι τυχαίο πως καμία πολυεθνική δεν πέτυχε στο χώρο των εκδηλώσεων. Αργησαν να μπουν, καθυστερούν να βάλουν τα χέρια τους στην φωτιά -καθότι είναι υπάλληλοι και όχι επιχειρηματίες- και κυρίως αναγκάζονται να αγοράσουν ακριβά τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι κατά τόπους παράγοντες που διακρίνονται στο χώρο των εκδηλώσεων. Τρανή απόδειξη αποτελεί η "ανάποδη" κίνηση της "Live Nation" να προσφέρει και δισκογραφικά συμβόλαια στους καλλιτέχνες που εκπροσωπεί στις συναυλίες. Το εισόδημα από τη δισκογραφία ήταν και είναι ελάχιστο σε σχέση με αυτό από τις εκδηλώσεις».
ΤΗΣ ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ (kusteni@enet.gr)
Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΔΑΜΗ: ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Ρόδο. Μουσικός και τραγουδίστρια έχει σπουδάσει ακκορντεόν στο Εθνικό Ωδείο και παραδοσιακό τραγούδι στη σχολή του Αριστείδη Μόσχου. Έχει συνεργαστεί και τραγουδήσει με διάφορα μουσικά σχήματα της Αθήνας και επαρχίας, που καλύπτουν μια μεγάλη γκάμα του ελληνικού τραγουδιού από το παραδοσιακό και νησιώτικο, το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι, το ρετρό, το νέο κύμα, το ελαφρολαϊκό, το έντεχνο και το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Καλλιτέχνες με τους οποίους έχει συνεργαστεί είναι η Μαρίνα Βασιλάκη, η Νάσια Κονιτοπούλου, ο Μιχάλης Γαμπιεράκης, η Τασία Βέρρα, ο Θανάσης Κομνηνός, η Λέλα Παπαδοπούλου, ο Άγγελος Καλαβρυτινός, η Μαίρη Λίντα, ο Μιχάλης Βιολάρης, ο Ηλίας Καραγιάννης, ο Σταμάτης Κόκκοτας, η Δέσποινα Καρλή, καθώς και οι συνθέτες Μιχάλης Τερζής και Δημήτρης Παναγόπουλος. Δισκογραφικά έχει πρωτοεμφανιστεί στα συλλογικά CD «Στροφές Αθανασίας» και «Συνάντηση», ερμηνεύοντας τραγούδια σε στίχους Κώστα Παπαϊωάννου και μουσική Δημήτρη Παναγόπουλου. Επίσης συμμετείχε στο έργο «5 CD MEΓΑΛΟΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ», της FM RECORDS και συγκεκριμένα στα σεγόντα ολόκληρου του «CD2 Σταμάτης Κόκκοτας», σε ενορχήστρωση Μιχάλη Τερζή, όπως και στα vocals του έργου «Γέφυρα Ρίου Αντιρίου» (soundrack) που συνέθεσε ο ίδιος συνθέτης. Tο CD ΚΑΝΕ ΜΕ ΦΩΤΙΑ είναι η πρώτη της ολοκληρωμένη δισκογραφκή παρουσία.
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΔΑΜΗ - ΚΑΝΕ ΜΕ ΦΩΤΙΑ – ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Κυκλοφορεί από τον Καθρέφτη Ήχων Αληθινών, ένα νέο mini CD με τίτλο «Κάνε με φωτιά», με την τραγουδίστρια και μουσικό Δέσποινα Αδάμη. Το CD περιέχει 5 τραγούδια και είναι η πρώτη προσωπική της δουλειά. Στα τραγούδια του νέου CD, έχει γράψει μουσική και στίχους η τραγουδίστρια και μουσικός Δέσποινα Καρλή.
Ενορχηστρώσεις έχουν κάνει ο Νίκος Γεωργόπουλος και ο Τάσος Κατσούλης, ενώ στις ηχογραφήσεις συμμετέχουν οι μουσικοί: Νίκος Γεωργόπουλος, Τάσος Κατσούλης, Αργύρης Δαντίλης, Αντώνης Τζώρτζης, Κώστας Δήμου, Γιώργος Λυερός.
Στίχοι για τον έρωτα και την αγάπη, ευαίσθητοι, τρυφεροί αλλά ταυτόχρονα απλοί, άμεσοι και περιεκτικοί, αγκαλιάζονται από ωραίες, χαρακτηριστικές μελωδίες, ποικίλων μουσικών χρωμάτων και ρυθμών. Ήχοι σημερινοί, μοντέρνοι, έντεχνοι αλλά και λαϊκοί περιέχονται στο νέο αυτό CD, που καλύπτει αρκετές μουσικές προτιμήσεις, αφού περιέχει electro - pop, λαϊκή μπαλάντα, έντεχνη λαϊκή ρούμπα, σύγχρονο λαϊκό χασάπικο και ζεϊμπέκικο. Η Δέσποινα Αδάμη, άλλοτε τρυφερή και με ευαισθησία, άλλοτε δυναμική και με πάθος, με τη δική της μοναδική ερμηνεία και με την ξεχωριστή, λαμπερή της χροιά, κατορθώνει να γεφυρώσει τις όποιες διαφορές ύφους των τραγουδιών, δημιουργώντας τελικά ένα ευχάριστο και ομοιογενές μουσικό αποτέλεσμα, που το σφραγίζει ανεξίτηλα το δικό της προσωπικό στυλ.
Ήδη ακούγονται στα ραδιόφωνα το electo – pop «Ξαφνιάζομαι», στην αρχική αλλά και στη REMIX έκδοσή του, το ζεϊμπέκικο « Με κούρασαν οι αγάπες» και η μπαλάντα «Κάνε με φωτιά».
Στις ηχογραφήσεις έπαιξαν οι μουσικοί:
Μπουζούκι, Μπαγλαμάς, Κιθάρα Κλασική: ΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ
Κιθάρες: ΑΡΓΥΡΗΣ ΔΑΝΤΙΛΗΣ, ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΖΩΡΤΖΗΣ
Κιθάρες Ακουστικές Ηλεκτρικές: ΑΡΓΥΡΗΣ ΔΑΝΤΙΛΗΣ
Πλήκτρα : ΤΑΣΟΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Κλαρίνο - Νέυ : ΚΩΣΤΑΣ ΔΗΜΟΥ
Βιολί : ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΥΕΡΟΣ
Φωνητικά : ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΑΡΤΗ, ΚΩΣΤΑΣ ΜΗΤΡΟΠΑΠΠΑΣ
Ηχοληψία-Μίξη=Studio Nikta(Τάσος Κατσούλης, Αντώνης Τζώρτζης)
Mastering=Studio Nikta(Αντώνης Τζώρτζης)
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΔΙΣΚΟΥ
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΔΑΜΗ - ΚΑΝΕ ΜΕ ΦΩΤΙΑ
Κωδ Δίσκου ΚS209
1.Ξαφνιάζομαι - 3'13
2.Αν ξαναγύρναγες - 3'29
3.Θα΄ρθείς - 2'54
4.Με κούρασαν οι αγάπες - 3'51
5.Κάνε με φωτιά - 3'49
Στίχοι - Μουσική: Δέσποινα Καρλή
Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΧΡΗΣΤΟΥ "ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ"
Η ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΧΡΗΣΤΟΥ
ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΝΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩΣΕ ΑΠΟ
ΝΕΑΡΗ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΟΤΙ ΕΙΧΕ ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤHΝ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ
ΤΡΑΓΟΥΔΙ.
ΞΕΚΙΝΗΣΕ
ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΣΕ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΣΚΗΝΕΣ ΤΗΣ ΣΥΜΠΡΩΤΕΟΥΣΑΣ ΜΕΤΑΠΗΔΩΝΤΑΣ
ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΣΤΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΤHΣ
ΑΘΗΝΑΣ ΔΙΠΛΑ ΣΕ ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΟΠΩΣ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΤΑΝΙΣΗ,
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ, ΣΑΜΠΡΙΝΑ, ΒΑΣΙΛΗ ΤΕΡΛΕΓΚΑ, ΕΦΗ ΘΩΔΗ. KAI ME ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΚΟΜΑ.
ΤΩΡΑ
ΜΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΤΗΣ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΝΑ ΜΑΧΙ single ME 6
TΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΕ ΤΙΤΛΟ "ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ" ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΡΟΛΟ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ
ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΕΠΑΙΞΕ ΤΟΣΟ Η ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ GENERAL MUSIC ΟΣΟ
ΚΑΙ ΟΙ ΑΞΙΟΛΟΓΟΙ ΔHΜΙΟΥΡΓΟΙ ΠΟΥ ΤΗΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΗΚΑΝ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥΣ,
ΟΠΩΣ ΜΟΥΣΙΚΗ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΡΑΣΕΡΗΣ, ΑΚΗΣ ΜΕΛΗΣ, ΗΛΙΑΣ TΡΥΦΩΝΙΔΗΣ ΣΠΥΡΟΣ
ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΙΟΥ.
ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΙΜΠΙΝΟΥΔΑΚΗΣ, ΕΦΗ ΠΑΣΧΑΛΗ, ΡΑΝΙΑ ΤΙΚΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΣΑΜΙΔΗΣ.
ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΣΑΝ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΕΙΝΑI
1. ΝΑ ΜΗΝ ΓΥΡΙΣΕΙΣ
2. ΜΕ ΤΟ ΔΕΞΙ
3. ΕΙΜΑΙ ΚΟΛΛΗΜΕΝΗ
...ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΑΚΡΟΑΣΗ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)