English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014



Πανος Γαβαλας




Γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1926 στο Παγκράτι, 

στην περιοχή της Γούβας. 

Ο πατέρας του ήταν από τη Φολέγανδρο και η μητέρα του από την Ικαρία. 


Η πρώτη του επαφή με τη μουσική έγινε στα παιδικά του χρόνια, με μια φυσαρμόνικα που έπαιζε στους προσκόπους, και λίγο μετά με τις χαβάγιες, με τις οποίες έκανε προπολεμικά καντάδες. 

Στα χρόνια της κατοχής εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ και βρέθηκε στο τμήμα διασκέδασης, όπου τραγουδούσε τα αγωνιστικά τραγούδια, «Εμπρός ΕΛΑΣ-ΕΛΑΣ για την Ελλάδα…» κ.λ.π. 
Το 1945 άνοιξε τσαγκαράδικο στην Καισαριανή, ενώ, ταυτόχρονα δούλευε και σε μια ταβέρνα που είχε παλιότερα ο πατέρας του στο Παγκράτι. 
Την έκλεισαν όμως, γιατί, όπως έλεγε ο ίδιος: «μαζεύονταν μέσα αριστεροί». 
Τότε πρωτόπιασε την κιθάρα και με δυο-τρεις φίλους του από την ίδια περιοχή έκανε ένα μικρό συγκρότημα. 
Τα άλλα παιδιά αυτού του πρώτου μικρού συγκροτήματος συνέχισαν κάνοντας μια μικρή καριέρα σε ταβέρνες, ενώ ο Πάνος Γαβαλάς ακολούθησε το λαϊκό τραγούδι. 
Παντρεύτηκε νωρίς, το 1948, με τη Ζωή Μουστάκη, και έναν χρόνο μετά απέκτησαν τον γιο του Γιάννη. Δύσκολες εποχές. 
Δεκεμβριανά, Εμφύλιος, φτώχεια, ανέχεια. 
Για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στην οικογένειά του το πρωί δούλευε τσαγκάρης, ψαράς, κουρέας, ηλεκτροσυγκολλητής και φορτοεκφορτωτής (παλιότερα) και το βράδυ έπαιζε σε μικρά λαϊκά ταβερνάκια. Έτσι πορεύτηκε τα πρώτα χρόνια, δύσκολα, στερημένα, όπως άλλωστε έζησαν και οι περισσότεροι άνθρωποι εκείνης της γενιάς.
Το 1950 και ο Τσιτσάνης
Παίζοντας κιθάρα, μπουζούκι και τραγουδώντας στο πνεύμα της εποχής ακολούθησε τον δρόμο του λαϊκού τραγουδιού στο οποίο κυριαρχούσαν οι φωνές του Πρόδρομου Τσαουσάκη και του Σταύρου Τζουανάκου. 
Το 1950 βρέθηκε ως μπουζουξής στο πάλκο του κέντρου Φαληρικόν το οποίο -ασκώντας μεταξύ άλλων τότε και το επάγγελμα του ψαρά- προμήθευε με ψάρια. 
Εκεί γνωρίστηκε με τον Βασίλη Τσιτσάνη ο οποίος τον πήγε στην Columbia και έπαιξαν μαζί σε κάποιες από τις ιστορικές ηχογραφήσεις με τον Τσαουσάκη, τη Νίνου και την Μπέλλου. 
Για την ιστορία παραθέτω κάποια από τα τραγούδια που ηχογραφήθηκαν στα τέλη εκείνης της χρονιάς, στα οποία έπαιξαν μπουζούκια ο Β. Τσιτσάνης με τον Πάνο Γαβαλά. 

Στρώσε μου να κοιμηθώ με τους Τσαουσάκη, Ρ. Ντάλλια, 


Το όνειρο της αδελφής με τους Μαρ. Νίνου, Πρ. Τσαουσάκη, Β. Τσιτσάνη, 


Η αχλάδα έχει πίσω την ουρά της με τους Τσιτσάνη, Πρ. Τσαουσάκη, Ρ. Στάμου, 


Το παράπονο του ξενητεμένου (Σαν απόκληρος γυρίζω) με τη Σωτ. Μπέλλου, 


Μες στο κελί μου ξάγρυπνος με τον Πρ. Τσαουσάκη, 


και άλλα. 

Με τον Βασίλη Τσιτσάνη ξαναμπήκε στην αίθουσα φωνοληψίας της Columbia τον Φεβρουάριο του 1956. Ως τραγουδιστής πλέον, ερμηνεύοντας τις συνθέσεις του Τσιτσάνη ,

Κατάδικος για πάντα και Κέρνα με πόνε, κέρνα με. 


Βαριά τραγούδια, στο πνεύμα της νέας εποχής που ερμηνευτικά διαμορφωνόταν από τις φωνές του Στ. Καζαντζίδη, του Π. Γαβαλά και του Β. Περπινιάδη.

Το ξεκίνημά του στη δισκογραφία ως τραγουδιστής έγινε τον Απρίλιο του 1954 με τα τραγούδια του Κώστα Καπλάνη,

Το άδικο και Ζωή σερέτισσα. 


Τη χρονιά αυτή φωνογράφησε μόνο επτά τραγούδια, τα οποία δεν είχαν την επιτυχία εκείνη που θα τον επέβαλε άμεσα στη δισκογραφία, και έτσι το κλίμα εκ μέρους της εταιρείας δεν ήταν και το καλύτερο απέναντί του. 

Ίσως γι’ αυτό θυμότανε και ανάφερε σε κάποια συνέντευξή του: 
«Τα πρώτα εφτά τραγούδια που είπα σε δίσκο δεν πιάσανε, και με πετάξανε ενάμισι χρόνο έξω από την εταιρεία». 
Το 1955, όμως, ακολούθησαν οι συνεργασίες του με τον Γερ. Κλουβάτο, τον Μπ. Μπακάλη και τον Απόστολο Καλδάρα που αντέστρεψαν κατά κάποιον τρόπο αυτό το εις βάρος του κλίμα. 
Με τον Απόστολο Καλδάρα είχε μια εκτεταμένη συνεργασία, τόσο στους δίσκους όσο και στα κέντρα. 
Το 1955 συνεργάστηκαν μαζί στο κέντρο Θείος, που βρισκόταν στην περιοχή του Βλάχου στα σύνορα Ν. Ιωνίας, Ν. Φιλαδέλφειας και Μεταμόρφωσης, με το συγκρότημα Καλδάρα, Τσαουσάκη και τον Μιχάλη Μενιδιάτη (Καλογράνη) στο ξεκίνημά του. 
Στην περίοδο αυτή, 1955-56, τραγούδησε περί τα δεκατέσσερα τραγούδια του Απόστολου Καλδάρα, ανάμεσά τους και το χαρακτηριστικό Στάσου στο 14, σε στίχους Κ. Βίρβου, που μαζί με το Σιγανοψιχάλισμα, την πρώτη δική του σύνθεση σε στίχους Χαρ. Βασιλειάδη «Τσάντα», υπήρξαν οι πρώτες μεγάλες επιτυχίες του. 
Έτυχε να ηχογραφηθούν μαζί την ίδια ημέρα, την 1ης Οκτωβρίου 1956, σημαδεύοντας έτσι μια οριακή στιγμή και στροφή της καριέρας του. 
Την εποχή που έκανε το Σιγανοψιχάλισμα έπαιζε σε ένα μαγαζί στου Ζωγράφου που λεγόταν Γαρδένια. Από εκεί ξεκίνησε η ιστορία του τραγουδιού που, όπως έλεγε χαρακτηριστικά, τον «καταδίκασε». 
Τον καθιέρωσε και τον «καταδίκασε» στην επιτυχία και τον «ανταγωνισμό» στην πρώτη γραμμή του λαϊκού τραγουδιού για 30 χρόνια. 
Μεγάλη επιτυχία και ένα από τα διαχρονικότερα και ομορφότερα τραγούδια της δεκαετίας του ’50.
Με τον Νίκο Μεϊμάρη, που έγραψε τους Γλάρους, γνωρίζονταν από την Καισαριανή, όπου ο Γαβαλάς είχε τσαγκαράδικο. 
Απέναντι, στην άλλη γωνία, ο Νίκος Μεϊμάρης είχε κουρείο. 
Και όπως οι μουσικές παρέες και τα όργανα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας και της μυθολογίας αυτών των ιδιαίτερων χώρων της παλιάς συνοικίας, έτσι κι εκεί υπήρχαν κρεμασμένα διάφορα έγχορδα μουσικά όργανα που περίμεναν το μαγικό άγγιγμα στις χορδές τους. 
Στο κουρείο του Μεϊμάρη, όπου πεταγόταν καθημερινά από απέναντι τις ελεύθερες στιγμές του ο Πάνος Γαβαλάς, γράφτηκαν ...

οι Γλάροι, 


το Πόσο μου ’χεις λείψει, 


το Τριαντάφυλλο έχεις βάλει στα μαλλιά σου, 


και τ’ άλλα τραγούδια της συνεργασίας τους. 

Ήταν χρυσή εποχή για το λαϊκό τραγούδι, που σημαδεύτηκε από τα αθάνατα αυτά τραγούδια. 
Η εισαγωγή των Γλάρων αποτέλεσε το χαρακτηριστικό ηχητικό σήμα των διαφημιστικών εκπομπών της Odeon-Parlophone και μετέπειτα Minos, που ακούγονταν στο ραδιόφωνο για δεκαετίες. 
Από την άλλη, η Columbia-His Masters Voice-Capitol είχε για σήμα της την εισαγωγή από τη Συννεφιασμένη Κυριακή του Τσιτσάνη στην εκτέλεση με τον Καζαντζίδη. 

Τα θρυλικά μεθυστικά τραγούδια του 1959. 


Οι γλάροι, 


Μάγισσα Θεσσαλονίκη, 


Φεύγω γεια σου-γεια σου, 


Χωρίς τον ξενοδόχο λογαριάζαμε. 


Εκεί ο Γαβαλάς έπιασε την κορυφή, απ’ την οποία δεν κατέβηκε μέχρι το τέλος, και μαζί με τον Καζαντζίδη, τον Περπινιάδη και τον Αγγελόπουλο έφτιαξαν την πρώτη θρυλική τετράδα του λαϊκού τραγουδιού.

Είχε φτιάξει, πλέον, το δικό του ξεχωριστό ύφος. 
Οι ερμηνείες του γοήτευαν και οι εμφανίσεις του στα κέντρα έκαναν λίγο λίγο γνωστή την μποέμ φιγούρα με το προσεγμένο ντύσιμο και το «αυστηρό», σοβαρό προφίλ που έγινε πιο γνωστό από τις κατοπινές εμφανίσεις στις ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. 
Το 1960 εμφανίστηκε στην Τριάνα του Χειλά μαζί με την Πόλυ Πάνου και την Έφη Λίντα, και στον Φάρο του Τζίμη μαζί με την Ούλα Μπάμπα, τον Χρηστάκη και τον Χάρη Λεμονόπουλο. 
Το 1961 εμφανίστηκε στο κέντρο Νταίζη στην ακτή Ποσειδώνος σ’ ένα πρόγραμμα που ονομάστηκε οι Άσσοι του Λαϊκού Τραγουδιού, μαζί με την Καίτη Γκρέυ, τον Μανώλη Αγγελόπουλο, την Έφη Λίντα και τον Αντώνη Ρεπάνη. 
Την ίδια χρονιά βρέθηκε ξανά στην Τριάνα του Χειλά μαζί με τον Βασίλη Τσιτσάνη, την Πόλυ Πάνου και τον Γιάννη Καραμπεσίνη, καθώς και στο Φαληρικόν στις Τζιτζιφιές μαζί με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Στράτο Διονυσίου και τη Ρία Κούρτη. 
Τα δισκάκια της Odeon-Parlophone πλήθαιναν στα τζουκ-μποξ και στα πικ-απ στις γειτονιές της Αθήνας και της ελληνικής περιφέρειας, όταν στα τέλη του 1961 μεταπήδησε στην Columbia-His Masters Voice στην οποία βρέθηκαν και οι φωνές που τον σιγοντάρησαν όλα αυτά τα χρόνια, η Βούλα Γκίκα και η Ρία Κούρτη, με την οποία συνδέθηκε καλλιτεχνικά μέχρι το τέλος. 
Το πέρασμά του στην Columbia έγινε θριαμβευτικά με το Φύγε κι άσε με (Η χαριστική βολή) στο οποίο σιγόντο έκανε η σύζυγός του, 

Ζωή Παναγιώτου, 


όπως αναγραφόταν στις ετικέτες των δίσκων, και η οποία είχε σιγοντάρει και τον Στέλιο Καζαντζίδη στα πρώτα του τραγούδια, το 1952-53, ως Ζωή Γαβαλά. 

Το 1962 συνεργάστηκε με την Καίτη Γκρέυ στο Πανόραμα στο Αιγάλεω μαζί με την άρτι αφιχθείσα εξ Αμερικής Σεβάς Χανουμ, και αργότερα στου Περιβόλα με το συγκρότημα του Γιάννη Παπαϊωάννου. 
Το 1962 εμφανίστηκε για πρώτη φορά και στο ελληνικό σινεμά, στην ταινία Ορφανή σε ξένα χέρια, πλάι στον Βασίλη Τσιτσάνη με το τραγούδι ...

Όσο με μαλώνεις. 


Την επόμενη χρονιά, στην ταινία Το κάθαρμα, με σενάριο τον Nίκoυ Φώσκολου, σκηνοθεσία του Κώστα Ανδρίτσου και πρωταγωνιστές τον Γιώργο Φούντα και την Μάρω Κοντού, μαζί με τη Ρία Κούρτη τραγούδησαν το ...


Κάθε λιμάνι και καημός


του Γιώργου Κατσαρού και του Πυθαγόρα, που έγινε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του. 

Το 1964 ψηφίστηκε από τους χιλιάδες αναγνώστες του περιοδικού Ντομινό ως ο πιο δημοφιλής λαϊκός τραγουδιστής και βραβεύτηκε με το «Χρυσό μικρόφωνο» της χρονιάς. 
Εμφανίστηκε στο κέντρο Βεντέτα (Αχαρνών 77) μαζί με τη Ρία Κούρτη, τον Στράτο Διονυσίου, τη Λέλα Παπαδοπούλου, με μαέστρο τον Μηνά Πορτοκάλη, και στο πάλκο της ταβέρνας του Φαρέα, στη θρυλική κινηματογραφική Λόλα του Ντίνου Δημόπουλου, με πρωταγωνιστές τον Νίκο Κούρκουλο και την Τζένη Καρέζη, 
τραγούδησε το ...

Όνειρο δεμένο στο μουράγιο


 του Σταύρου Ξαρχάκου, σε στίχους Βαγγέλη Γκούφα. 

Από τις αρχές μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’60 είχε έναν βασικό κορμό μουσικών κοντά του που αποτελούσαν οι: 

Σπύρος Λιώσης και Αντ. Κατινάρης μπουζούκια, 


Βασ. Βασιλειάδης ακορντεόν και βιολί ο Τάσος Κουλούρης, 


με τον οποίο έγραψαν μεγάλες επιτυχίες, όπως τα: 


Φύγε κι άσε με, 


Εγώ είμαι ένα παλιόπαιδο, 


Μακριά μου να φύγεις, 


Δεν με πονάς, δεν μ’ αγαπάς κ.ά.


Τον Δεκέμβριο του 1965 έλυσε τη συνεργασία του με την Columbia και ανεξαρτητοποιήθηκε δισκογραφικά με τη δημιουργία της εταιρείας Βεντέττα. 

Για τα χρόνια εκείνα ο Γιάννης Γαβαλάς θυμάται: 
«Ο καθένας από τους μεγάλους τραγουδιστές δημιούργησε με τον τρόπο του, όπως και ο καθένας πολεμήθηκε με τον τρόπο του, γιατί η δισκογραφία τότε έβγαζε πολλά λεφτά. 
Γίνανε βιομηχανίες από τη δισκογραφία και τους καλλιτέχνες. 
Κυκλοφόρησαν βαπόρια. 
Δούλεψε πάρα πολύς κόσμος στις πλάτες αυτών των ανθρώπων. 
Οι λαϊκοί τραγουδιστές είχαν μεγάλες διαφορές σε πωλήσεις από όλους τους άλλους. 
Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 τέσσερεις καλλιτέχνες προσπάθησαν να κάνουν την επανάστασή τους στη δισκογραφία και να τα βάλουνε με τους Εγγλέζους -όπως τους λέγαμε τότε- και τα μεγάλα κεφάλαια. 
Οι τέσσερεις αυτοί ήταν: 

ο Καζαντζίδης, 


ο Γαβαλάς, 


ο Μπιθικώτσης 


και η Πόλυ Πάνου, 


που ήταν όλο το λαϊκό τραγούδι. 

Αυτό ήταν το λαϊκό τραγούδι εκείνης της εποχής, καλώς ή κακώς. 
Ξεκίνησαν να κάνουν μια εταιρεία ελληνική, αλλά το καταλάβανε οι άλλοι και σπείρανε τα ζιζάνια, όπως γίνεται σε όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις. 
Πρώτος απ’ όλους αποσύρθηκε ο Μπιθικώτσης και υπέγραψε με την Columbia ξανά. 
Μετά ο Καζαντζίδης, που είναι μια ολόκληρη ιστορία και μια συζήτηση που δεν είναι της στιγμής. 
Δεν υπέγραψε, βέβαια, με αυτούς τους κολοσσούς, αλλά αργότερα έκανε δική του εταιρεία, τη Standard. Και έτσι ξεκινήσαμε εμείς, με 50% ιδιοκτησία δική μου και 50% του Στέλιου του Πελαγίδη, του άντρα της Πόλυς Πάνου εκείνη την εποχή, και κάναμε τη Βεντέττα. 
Κυκλοφορήσαμε τους πρώτους δισκους, 45άρια, στη μία πλευρά Γαβαλάς-στην άλλη Πόλυ Πάνου. Ξεκινήσαμε με ένδεκα νούμερα στην αγορά, με δύο καλλιτέχνες βασικά. 
Στα ένδεκα αυτά νούμερα υπήρχε ένα σόλο τραγούδι που έχει πει η Ρία Κούρτη και ένας δίσκος ενός παλιού συνεργάτη του πατέρα μου που δεν είχε, τότε, πού να κοιμηθεί, 

του Χρηστάκη, 


με τη Γάτα και το Έμαθα πως είσαι μάγκας,


απ’ την πίσω πλευρά. 

Αυτοί ήταν οι πρώτοι ένδεκα δίσκοι που κυκλοφόρησαν και η παραγωγή ήταν δική μου. 
Γινότανε χαμός. 
Δεν προλαβαίναμε. 
Έρχονταν τα μαγαζιά στα γραφεία της εταιρείας και με το που ξεφόρτωνε το φορτηγό τους δίσκους που μας έφερνε από το εργοστάσιο δεν προλαβαίναμε ούτε τιμολόγια να κόψουμε, πετάγανε τους δίσκους μέσα και φεύγανε. 
Σκοτώνονταν. 
Την ίδια εποχή η Columbia για να κάνει αντιπερισπασμό στον Γαβαλά κυκλοφόρησε είκοσι πέντε τραγούδια. 

Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά κ.ά., και δεν φτάνει αυτό, μας σταματάει να μας τυπώνει δίσκους. Ερχότανε ο Λαμπρόπουλος εμένα και μου τα ’λεγε. 

Καμμιά φορά την ιστορία εσείς οι νέοι θα τη μάθετε μόνο από τον Τάκη τον Λαμπρόπουλο. 
Εάν μιλήσει αυτός. 
Εάν δεν μιλήσει αυτός, την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού δεν θα τη μάθετε ποτέ. 
Εγώ, λοιπόν, σου λέω αυτό που μού ’λεγε: «πες του πατέρα σου να βάλει μυαλό. 
Να έρθει στην Κολούμπια. Θα καταστραφεί εκείνος, θα καταστραφούμε κι εμείς». 
Έτσι κι έγινε. 
Και ο Λαμπρόπουλος έχασε την εταιρεία, και ο Γαβαλάς καταστράφηκε οικονομικά. 
Εκείνη η χρονιά, πάντως, ήτανε η χρονιά του. 
Το βλέπαμε στο σπίτι. 
Υπήρχε ενθουσιασμός.
Καθότανε και δούλευε, έγραφε. 
Τα τραγούδια αυτά, τα περισσότερα είναι δικά του. 
Έπαιρνε και μουσικούς που τους είχε στην ορχήστρα του και τους έβαζε και στη δισκογραφία με δικές τους συνθέσεις, όπως τον Βασίλη Βασιλειάδη, τον Θανάση Πολυκανδριώτη κ.ά. 
Η Βεντέττα ξεκίνησε το ’66, εκεί έβγαλε γύρω στα 20 τραγούδια, και μετά από ένα εξάμηνο απεχώρησε. Από εκεί και πέρα μέχρι το 1971 η Βεντέττα λειτούργησε με την Πόλυ Πάνου. 
Εμείς το 1967 κάναμε τη Sonata».

Ο Γιάννης Σταματίου, ή Σπόρος, είχε μια μικρή συνεργασία μαζί του στις αρχές του ’50 σε ένα μικρό κέντρο στην Καισαριανή, και το 1955 έπαιξε μπουζούκι στα τραγούδια ...


Γονείς που θρέφετε παιδιά, 


Το ποτήρι είν’ ο γιατρός, 


Πέφτουν τα φύλλα απ’ τα κλαριά, 


Απόψε είσαι για φιλί, Τ


ο παλληκάρι που ’σβησε και Στο πικραμένο δειλινό. 


Ακόμη θυμάται το 1966, όταν είχε επιστρέψει από την Αμερική και εμφανιζόταν στο Παγκόσμιο με τη Μαρινέλλα, ότι ο Πάνος Γαβαλάς είχε πολύ μεγάλο σουξέ στην Τριάνα του Χειλά. 

Το καλοκαίρι του 1966 ο Βασίλης Χειλάς πήρε, τότε, και το Παγκόσμιο, τη σημερινή Φαντασία, και έφτιαξε ένα πρόγραμμα με τους 
Γ. Μουζάκη, Γ. Βογιατζή, Τ. Βαβάτσικο, Άντζ. Ζήλεια, Μεταξόπουλο και Φοντάνα στο χορευτικό και ήθελε τον Γαβαλά στη λαϊκή ώρα. 
Ο Γαβαλάς, όμως, δεν δέχθηκε και έτσι ο Χειλάς, φοβούμενος ότι μπορεί να τον χάσει και από το χειμερινό πρόγραμμα στην Τριάνα, άνοιξε δίπλα καινούργιο μαγαζί ειδικά για τον Γαβαλά!
Το 1967 εμφανίστηκε στην Τριάνα μαζί με τη Ρία Κούρτη, την Πόπη Πόλλυ και την ορχήστρα τού Μηνά Πορτοκάλη. 
Το 1968 στην καλοκαιρινή Βεντέτα, του Στέλιου Μπαμπακιά στη Λεωφόρο Ποσειδώνος στις Τζιτζιφιές, με τον Μπάμπη Τσετίνη και τον Γιώργο Νταλάρα. 
Το 1969 στο Φαληρικόν, με τον Βαγγέλη Περπινιάδη και τον Βασίλη Τσιτσάνη. 
Το 1970 στον Γαλαξία, Λιοσίων 260, και αργότερα στο Χρυσό Βαρέλι. 
Το 1971στο Μαξίμ, μαζί με τον Αντώνη Ρεπάνη, και το 1972 στο Πρόσωπο Νο 2, μαζί με τον Χρήστάκη.
Η Sonata άνοιξε το 1967 και λειτούργησε μέχρι το 1972. 
Μια πενταετία γεμάτη δίσκους και επιτυχίες σ’ ένα εγχείρημα που, τελικά, δεν μπόρεσε να αντέξει στην πίεση των καταστάσεων (κασετοπειρατεία) και των μεγάλων εταιρειών που έδεναν τους συνθέτες με αποκλειστικά συμβόλαια με αποτέλεσμα να μην υπάρχει χώρος για ελεύθερες συνεργασίες. 
Μπορεί ο Γαβαλάς να μην είχε τη δυνατότητα να συνεργαστεί με τον Τσιτσάνη, τον Καλδάρα και όλους τους άλλους βασικούς συνθέτες της εποχής, κατάφερε όμως να επιβιώσει καλλιτεχνικά με τη δική του προσωπικότητα, ανακαλύπτοντας νέα ταλέντα, αλλά και γράφοντας ο ίδιος τραγούδια. 
Η Sonata μπορεί να ήταν μια μικρή ανεξάρτητη εταιρεία που δεν άντεξε στον ανταγωνισμό των μεγαθηρίων της εποχής, είχε όμως την εικόνα μιας εταιρείας νοικοκυρεμένης που λειτουργούσε από ανθρώπους οι οποίοι ήξεραν από μέσα και καλά την υπόθεση τραγούδι. 
Στη Sonata έγραψε τα πρώτα του τραγούδια ο Θανάσης Πολυκανδριώτης που αποκαλούσε τον Γαβαλά πνευματικό του πατέρα. 
Ένα τραγούδι του, το Ζηλεύω-ζηλεύω, είχε στη μια όψη του το πρώτο δισκάκι της εταιρείας. 
Εκεί εμφανίστηκαν ξανά ονόματα χαμένα από την εποχή του ρεμπέτικου, όπως του... 

Στέλιου Κερομύτη, 


του Μιχ. Γενίτσαρη, 


του Γ. Ροβερτάκη και του Γιάννη Κυριαζή. 


Τα μπουζούκια των ηχογραφήσεων ήταν όλα πρώτης γραμμής: 


Ζαφειρίου, 


Πολυκανδριώτης, 


Παλαιολόγου, 


Νικολόπουλος κ.ά. 


Στη Sonata έκανε την πρώτη και τη δεύτερη καριέρα του ο Χρηστάκης, με τραγούδια που μέχρι σήμερα πουλάνε πολλές χιλιάδες αντίτυπα. 

Εκεί έδωσαν το «παρών» τραγουδιστές όπως ...

ο Ανδρέας Ζακυνθινάκης, 


ο Κώστας Κόλλιας, 


ο Δημ. Ξανθάκης, 


ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος και ο Κώστας Σκαφίδας. 


Εκεί έγραψαν ...


ο Αντ. Ρεπάνης, 


ο Σπ. Ζαγοραίος, 


ο Γ. Κοινούσης, 


ο Δ. Γκούτης, 


το στιχουργικό δίδυμο του Καζαντζίδη Ατραΐδης-Βασιλόπουλος, και άλλοι. 

Εκεί έγιναν αρκετά από τα νεότερα σουξέ του ίδιου του Γαβαλά. 

Γλυκέ μου τύραννε, 


Συγχαρητήρια, 


Μου σπάσανε τον μπαγλαμά, 


Έτσι είναι πάντα μ’ ένα αντίο, 


Πήρε φωτιά μια καρδιά, 


Καημό μες στην καρδούλα μου ...


και άλλα τραγούδια που αναδείκνυαν τις διαφορετικές πτυχές και τεχνικές ενός σπουδαίου τραγουδιστή που μπορούσε να είναι το ίδιο πειστικός και απόλυτος στις ερμηνείες του, τόσο στο βαρύτερο ρεμπέτικο όσο και στο πιο ρομαντικό και μπελκάντο τραγούδι. 

Η εταιρεία έκλεισε, τελικά, το 1972.
Μετά το κλείσιμο της Sonata έφυγε για εμφανίσεις στην Αμερική. 
Για να βγάλει τα σπασμένα και να πληρώσει τις υποχρεώσεις της εταιρείας. 
Το 1974 εμφανίστηκε στο Όνειρο, στην εθνική Αθηνών-Λαμίας, μαζί με τη Ρία Κούρτη. 
Τα κέντρα άρχισαν να ανεβαίνουν, ξανά, όπως στα χρόνια του ’50, προς τα βόρεια. 
Για δύο δεκαετίες η Εθνική έζησε την ακμή της. 
Ο Γαβαλάς με τη Ρία Κούρτη τραγούδησαν και στη νέα Πίνδο, του Αλεξανδριανού, στη λεωφόρο Τατοΐου, στο ύψος της Μεταμόρφωσης. 
Μέχρι και το 1980-’81 εμφανίστηκε κυρίως στο Όνειρο, στο Πανόραμα και στη Λατρεία, στην Αχαρνών. 
Οι εποχές είχαν αλλάξει. 
Δεν υπήρχε ο ίδιος ενθουσιασμός. 
Ακόμη και το 1975 που επέστρεψε δισκογραφικά στη Minos, όπως θυμάται ο Γιάννης Γαβαλάς, δεν ήθελε να επιστρέψει: «Δεν ήθελε να επιστρέψει και στην ουσία δεν τον ήθελαν και εκείνοι, γιατί ήταν το μαύρο πρόβατο. 
Δεν τον ήθελαν κι αυτό αποδείχθηκε, γιατί όταν έκανε αυτό τον δίσκο με τη Δοκιμασία και ο δίσκος άρχισε να κάνει πωλήσεις τον σταμάτησαν από την κυκλοφορία. 
Πάλι συνεργασία του πατέρα μου με έναν άνθρωπο που δούλευε μαζί του, τον Κώστα Σταματάκη. Υπάρχουν άνθρωποι που μου τον ζητάνε ακόμη αυτό τον δίσκο. 
Κι εκεί το κατάλαβε πια και έτσι αποχώρησε. 
Μετά τού κόπηκε το κουράγιο, δεν ξανάγραψε, αρρώστησε κιόλας, βέβαια». 
Την τελευταία περίοδο συνεργάστηκε αποκλειστικά με τον Χρήστο Νικολόπουλο και τον Βαγγέλη Ατραΐδη, με τους οποίους έκαναν μαζί τέσσερεις δίσκους, όλους στη Music Box, απ’ τους οποίους βγήκαν τραγούδια όπως το ...

Σταυροδρόμι, 


το Σήκω κάτσε, 


το Τίποτα τίποτα, 


το Ένας σταθμός,


σε μουσική και στίχους του Γαβαλά, και άλλα. 

Κάποιες από τις τελευταίες εμφανίσεις του έγιναν στη Νεράιδα, όπου τραγουδούσαν ο Φίλιππος Νικολάου, η Νέλλη Γκίνη και η Χριστίνα. 
Ήταν μια εποχή που γίνονταν μάχες για τη μαρκίζα, και ο Γαβαλάς ήταν αρκετά βαρύς για να ασχολείται με τόσο ελαφριά θέματα. 
Είχε βαρεθεί. 
Άλλωστε, τραγουδούσε ασταμάτητα 35 χρόνια. 
Πόσο μπορεί να αντέξει σε αυτές τις συνθήκες ένας άνθρωπος; 
Και η υγεία του είχε επιβαρυνθεί και, βεβαίως, δεν υπήρχε ο ανάλογος ενθουσιασμός. 
Το 1982 τραγούδησε και στον Λυκαβηττό σε κάποιες συναυλίες που οργάνωνε τότε το περιοδικό Ντέφι. 
Το 1986, έπειτα από την προτροπή και την επιμέλεια του Γιώργου Κοντογιάννη, ηχογράφησε στη Λύρα τον τελευταίο του δίσκο με τίτλο Μια Ανάσα. 
Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε για τελευταία φορά μπροστά σε αρκετές χιλιάδες κόσμου στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας σε μια συναυλία-αφιέρωμα στο κοινωνικό λαϊκό τραγούδι που έγινε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του 12ου Φεστιβάλ ΚΝΕ Οδηγητή. 
Ο Γιάννης Γαβαλάς θυμάται: 
«Έμεινε πιστός στις παραδόσεις, δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ κομματικά, όπως δεν με επηρέασε ποτέ πολιτικά. 
Έλεγε “είσαστε άνθρωποι, θα καταλάβετε μόνοι σας τι πρέπει να κάνετε”, αλλά μια συμπάθεια την είχε. Τελευταία, που ήταν άρρωστος, δεν τον άφηνα να πάει στο συγκεκριμένο φεστιβάλ. 
Του έλεγα «πώς θα πας;» 
Αφού ήτανε για εγχείρηση, για αφαίρεση λάρυγγα. “όχι”, μου έλεγε, “θα πάω”. 
Και πήγε.
Πήγε γιατί ενδεχομένως θυμότανε τα νιάτα του». 
Εκείνη την εποχή έφτιαξε και ένα μαγαζί, στο 23o χιλιόμετρο της εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας, εκεί που βρίσκονταν μεχρι πριν λιγο καιρο τα Goody’s,(τωρα καταστημα με αρτολιχουδιες) το οποίο δεν πρόλαβε να λειτουργήσει. 
Το έφτιαχνε για τα γεράματά του. 
Για να συναντιέται εκεί με τους φίλους του, να πίνουνε το κρασί τους και να λένε τα τραγούδια τους. 
Δεν πρόλαβε. 
Έφυγε από τη ζωή στις 3 Δεκεμβρίου 1988.

Γαβαλάς – Καζαντζίδης


Τα χρόνια εκείνα, αλλά και αργότερα, υπήρχαν φήμες που ήθελαν τους δύο τραγουδιστές να μην έχουν καλές σχέσεις. 

Ποτέ, όμως, δεν υπήρξε αντιπαλότητα ή κόντρα μεταξύ τους. 
Υπήρχε αλληλοεκτίμηση. 
Πώς θα μπορούσε να είναι σε κόντρα ο Γαβαλάς με τον Καζαντζίδη όταν από τη μια ήταν γνωστή η αγάπη του τελευταίου για το ψάρεμα, και από την άλλη ο πρώτος ήτανε ψαράς. 
Και για ψάρεμα είχαν πάει παρέα, και τα κρασιά τους είχανε πιει, και επισκέπτονταν ο ένας τον άλλον. Ακόμη και καλλιτεχνικά υπήρξαν στιγμές που ο ένας τραγούδησε τραγούδια του άλλου, στη δισκογραφία. Όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ο Γαβαλάς ξεκινούσε την τραγουδιστική του καριέρα στην Odeon ερμήνευσε σε δεύτερη εκτέλεση κάποια από τα τραγούδια που είχε πει ο Καζαντζίδης στην Columbia. 

Πέφτουν τα φύλλα απ’ τα κλαριά, 


Κατάδικος για πάντα,


Παλιοκόριτσο, με πήρες στον λαιμό σου, 


Φωνάξτε τη μανούλα μου, 


μαζί με την Άννα Χρυσάφη το 

Η πρώτη αγάπη σου είμαι εγώ, και το 1961 κάποια από τα έντεχνα λαϊκά του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη: 

Αθήνα, 


Ο κυρ-Αντώνης, 


Βράχο-βράχο. 


Και ο Καζαντζίδης, όμως, επανεκτέλεσε τραγούδια που είχε πει πρώτα ο Γαβαλάς: 


Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά (1959), 


Φύγε κι άσε με και Μείνε αγάπη μου κοντά μου


(το 1962 στην Αυστραλία), 


Στην πόρτα σου, 


Ο δρόμος δίχως σύνορα (1964) 


και, τέλος, 


το Στο πικραμένο δειλινό (1994). 


Ακόμη, κάποιες φήμες θέλουν τον Καζαντζίδη με τη Μαρινέλλα να έχουν ηχογραφήσει τους Γλάρους. 

Αν και μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί κάποιο στοιχείο, δίσκος ή οτιδήποτε άλλο που να τεκμηριώνει κάτι τέτοιο.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013



Σαν σήμερα...19 Φεβρουαρίου...
Releases
1955: Pat Boone, "Two Hearts, Two Kisses, One Love"
1958: The Miracles, "Got A Job"
1977: Fleetwood Mac, Rumours
Recording
1942: Frank Sinatra with the Tommy Dorsey Orchestra, "I’ll Take Tallulah"
1956: The Platters, "Magic Touch"
1964: Simon and Garfunkel, "The Sounds Of Silence" (original)
1965: The Beatles, "You're Going To Lose That Girl"
1969: Elvis Presley: "Do You Know Who I Am?," "Kentucky Rain," "Only the Strong Survive"
1976: Donna Summer's "Love to Love You Baby" is certified gold
 
1958: Ο Carl Perkins αφήνει την δισκογραφική Sun Records και υπογράφει με την Columbia, σαν ο πρώτος rockabilly καλλιτέχνης…
1965: Ο Rod Stewart παίζει πρώτη μεγάλη συναυλία του στο Harrow, στην Αγγλία, με τη μπάντα του και τους “The Soul Agents”…
1965: Στα Abbey Road Studios στο Λονδίνο, οι Beatles κατέγραψαν το νέο τραγούδι του John Lennon με τίτλο 'You're Going To Lose That Girl'….
1972: Harry Nilsson βρίσκεται για 4 εβδομάδες στη θέση No.1 των singles chart στις ΗΠΑ με το τραγούδι σε δική του version με τίτλο 'Without You.'

Charts
1949: John Lee Hooker's "Boogie Chillen" hits #1 R&B
1966: Lou Christie's "Lightnin' Strikes" hits #1
1972: Badfinger's album Straight Up enters the charts
1972: Nilsson's "Without You" hits #1
1977: Manfred Mann's Earth Band's "Blinded By The Light" hits #1

Births - Γεννήθηκαν...
1912: Stan Kenton
1936: Bob Engemann (The Lettermen)
1940: Smokey Robinson, Bobby Rogers (Smokey Robinson and the Miracles)
1943: Lou Christie
1948: Mark Andes (Spirit), Tony Iommi (Black Sabbath)
1950: Francis Buchholz (Scorpions)
 

Death - Έφυγε
1980: Bon Scott (AC/DC) Σε ηλικία 33 ετών, από πνευμονική αναρρόφηση εμετού μετά από κατανάλωση μεγάλης ποσότητας αλκοόλ στο Λονδίνο...
 
 
 
 

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Σαν Σήμερα 5 Νοεμβρίου..
 
 1955...The Johnston Brothers...στο Νο 1 UK singles chart με το 'Hernando's Hideaway' ένα τραγούδι από το μιούζικαλ "The Pajama Game" το οποίο ήταν επίσης US No 2 hit για τον Archie Bleyer…
1966...The Monkees... ήταν στην κορυφή του Billboard singles chart με το ‘Last Train To Clarksville’, το πρώτο τους No. 1...
1983...O Billy Joel... ήταν ...
στο No.1 UK singles chart με το 'Uptown Girl', έμεινε στην κορυφή των charts για 5 εβδομάδες...Το τραγούδι γράφτηκε αποκλειστικά για την σχέση που είχε με την Elle Macpherson, όμως το τέλος της σχέσης ήρθε σύντομα και κατέληξε να γίνει γυναίκα του η Christie Brinkley (και οι δύο ήταν από τα πιο διάσημα supermodels 1980's)....
1988...The Beach Boys... ήταν στο No.1 US singles chart με το 'Kokomo', το οποίο έφτασε και στο No.25 UK singles chart....Το συγκεκριμένο κομμάτι ακούγεται στην ταινία Cocktail…
2000... U2...ήταν στο No.1 UK album chart με το "All That You Can't Leave Behind"... ενώ οι Greed ήταν στο No.1 US singles chart με το 'With Arms Wide Open'...
1956, "The Nat King Cole Show" έκανε το ντεμπούτο του στο NBC-TV στην Αμερική...Το "The Cole program"... ήταν το πρώτο του είδους του, που παρουσιάζεται από έναν Αφρο-Αμερικανό...
1960, Ο Country & western τραγουδιστής Johnny Horton σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Είχε το 1959 US No.1 & UK No.16 single 'The Battle Of New Orleans'....
1965, The Doors εμφανίζονται στο Pioneer Club Boat Ride, Los Angeles, California...
1967... Bee Gee Robin Gibb ήταν επιβάτης σε ένα τρένο το οποίο συνετρίβη στο νοτιοανατολικό Λονδίνο στην Αγγλία σκοτώνοντας 49 άτομα και τραυματίζοντας 78. Ο Robin νοσηλεύεται με σοκ αμέσως μετά το ατύχημα…
1970...Το άλμπουμ Led Zeppelin III κυκλοφόρησε στο UK στην Atlantic records...Το άλμπουμ έφτασε στο No.1 και στα UK και στα US charts... ...
6 φορές πλατινένιο και έχει πιστοποιηθεί από την (RIAA) για τις πωλήσεις του, άνω τα 6 εκατομμύρια αντίτυπα …
1971... Elvis Presley ξεκίνησε την 15-μέρες περιοδεία του στην Βόρεια Αμερική στο Metropolitan Sports Center στην Minneapolis... Εκφωνητής ο Al Dvorin πρόφερε την γνωστή φράση "Elvis has left the building" στο τέλος του show...Του ζητήθηκε να κάνει την ανακοίνωση σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τους οπαδούς οι οποίοι συνέχισαν να καλούν τον Elvis...

1977, O manager του Virgin record store στο Nottingham, England συνελήφθη για την εμφάνιση ενός μεγάλου διαφημιστικού poster που παρουσίαζε το νέο άλμπουμ των Sex Pistols , 'Never Mind The Bollock's, Here's The Sex Pistols'. …Η αστυνομία χαρακτήρισε άσεμνη πράξη την διαφήμιση του άλμπουμ και προειδοποίησε ότι θα επιβληθεί πρόστιμο σε όποιο από...
τα καταστήματα της High street διαφήμιζαν το συγκεκριμένο άλμπουμ....
1986, Bobby Nunn των Coasters πεθαίνει από καρδιακή ανεπάρκεια στο Los Angeles...(Το 1958 US No.1 single 'Yakety Yak', 1959 US No.2 και UK No.6 single 'Charlie Brown')....
1988, "The Locomotion"...έγινε το πρώτο τραγούδι που έφτασε στο US Top 5 με 3 διαφορετικές versions, όταν η Minogue το έφτασε στο Νo.3 US chart...(γράφτηκε από τους songwriters Gerry Goffin και Carole King), το τραγούδι είναι ξεχωριστό για την εμφάνιση του στο Αμερικάνικο Top 5 τρεις φορές…κάθε φορά και σε διαφορετική δεκαετία με την Little Eva το 1962 και με τους Grand Funk Railroad το 1974....
 1994, η Sheryl Crow για πρώτη της φορά στο UK Top 10 single με το 'All I Wanna Do' αγγίζει το No.4 στα charts...Η Αμερικανίδα τραγουδίστρια και στιχουργός έκανε την υπέρβαση, ήταν η πρώτη γυναίκα από την Αμερική που έκανε 6 hits στο Ηνωμένο Βασίλειο από το άλμπουμ της'Tuesday Night Music Club'….
1999, Αναφέρθηκε ότι ο Robbie Williams ήταν έτοι...
μος να εγκαταλείψει την ποπ καριέρα του...όπως είπε ήταν τόσο απογοητευμένος με τη μουσική και σκεφτόταν μια καριέρα στον κινηματογράφο...
2002, Πραγματοποιήθηκε η κηδεία του Jam Master Jay, (Jason Mizell), που δολοφονήθηκε με μια μόνο σφαίρα ενός δολοφόνου στις 30 Οκτωβρίου 2002...μέχρι σήμερα κανείς δεν έχει ποτέ καταδικαστεί για τη δολοφονία...
 
 1965: The Who, "My Generation"
1970: Led Zeppelin, "Immigrant Song"
Recording...
1929: McKinney's Cotton Pickers, "Plain Dirt"
1969: Jerry Reed, "Amos Moses"
1973: Bob Dylan: "You Angel You," "Going, Going, Gone
 
 Births...

1931: Ike Turner
1936: Billy Sherrill
1941: Art Garfunkel
1943: Pablo Gomez (Los Bravos)
1946: Gram Parsons (Byrds, The Flying Burrito Brothers)
1947: Peter Noone (Herman's Hermits)
1947: Donnie McDougall (The Guess Who)
1948: Peter Hammill (Van Der Graff Generator)
1950: Dennis Provisore (The Grass Roots)
1957: David Moyse (Air Supply)
 
 Deaths...

1942: George M. Cohan
1960: Johnny Horton
1977: Guy Lombardo
1986: Bobby Nunn (The Coasters)
2000: Governor Jimmie Davis
2002: Billy Guy (The Coasters)
2003: Bobby Hatfield (The Righteous Brothers)
2005: Link Wray

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

"Ξανά σαν κόκκινο μπαλόνι που πετάει, ανάμεσα στου κόσμου τις βλαστήμιες"

.
Κάνοντας μια βόλτα στις γειτονιές της Αθήνας στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, άκουγε κανείς να ξεπηδάνε από τα ημιυπόγεια των σπιτιών μουσικές από ηλεκτρικές κιθάρες, μπάσα και τύμπανα, και κάτι περίεργες φωνές εφήβων να τραγουδάνε Rolling Stones, Doors και Bob Dylan. Ήταν το γκρουπάκι της γειτονιάς! Με άλλα λόγια, η απογευματινή συνάντηση για “πρόβα” της παρέας που στα χρόνια της μεταπολίτευσης είχε βρει τον τρόπο να εκφράζει τις εφηβικές της ανησυχίες μέσω της αμερικάνικης μουσικής παραγωγής, σνομπάροντας τον “Θεοδωράκη του μπαμπά” και δοκιμάζοντας ακόρντα και ήχους που δε διδάσκονταν στα ωδεία. Κάθε γειτονιά είχε και το γκρουπάκι της. Ατελείωτες πρόβες για να μιμηθούν όσο πιο πιστά γίνεται τον ήχο των ξένων συγκροτημάτων, ατέρμονες συζητήσεις για να βρεθεί το καλύτερο όνομα για το γκρουπ και αγωνία πριν από κάθε ζωντανή εμφάνιση στο προαύλιο του σχολείου ή στο πνευματικό κέντρο του Δήμου.

Εκείνη ακριβώς την εποχή, στη Νέα Σμύρνη, μια παρέα φίλων ανεβάζει αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις συνοδευόμενες από ζωντανή μουσική σε μικρούς χώρους και Πνευματικά Κέντρα. Τα σκετσάκια επενδύονται με μουσική που γράφει και τραγουδάει η 9μελής παρέα, ενώ όσο περνάει ο καιρός, τα θεατρικά δρώμενα δίνουν τη θέση τους αποκλειστικά στη μουσική. Η παρέα αυτή αποτελούνταν από τους: Νίκο Πορτοκάλογλου, Χάρη Καβαλλιεράτο, Γιώργο Φιλιππάκη, Οδυσσέα Τσάκαλο, Αργύρη Αμίτση, Μιχάλη Μουστάκη, Γιάννη Κερκύρα, Νίκο Μηλιώνη και η Ιωάννα Τσακάλου. Σύντομα το γκρουπ διαλύεται και από τη διάσπασή του δημιουργούνται οι ΦΑΤΜΕ και οι ΧΑΝΟΜΑΙ ΓΙΑΤΙ ΡΕΜΒΑΖΩ.


Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω εμφανίζονται πρώτη φορά στη δισκογραφία το 1982 με το δίσκο «Οι κακές μας πράξεις». Η σύνθεση του συγκροτήματος σε αυτόν τον πρώτο δίσκο ήταν: Χάρης Καβαλλιεράτος, Γιώργος Φιλιππάκης, Αργύρης Αμίτσης, Μιχάλης Μουστάκης (αργότερα έγινε μέλος των Φατμέ παίζοντας πλήκτρα και ακορντεόν) και Γιάννης Κερκύρας. Στο δίσκο συμμετείχαν επίσης ο Μιχάλης Σιγανίδης, ο Θοδωρής Μανίκας και η Ελευθερία Αρβανιτάκη (που μάλιστα αναφέρεται στο δίσκο μόνο με το μικρό της όνομα και όχι το επώνυμό της!). Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σημειώνουν στο οπισθόφυλλο: «Οι κακές μας πράξεις είναι τραγούδια που δεν έχουν κεραυνοβοληθεί από μεγαλίστικη συμπεριφορά. Είναι βγαλμένα από το παιχνίδι και τις ζαβολιές του – γι’ αυτό έχουν τη γοητεία να σ’ αφήνουν ανικανοποίητο …».
Την εποχή της “Αλλαγής”, όταν οι ροκάδες αμφισβητούσαν οτιδήποτε ελληνικό και οι νεολαίες των κομμάτων «ανακάλυπταν» το ρεμπέτικο, ένα συγκρότημα με το παράξενο όνομα Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σκαλίζει τραγούδια σαν τους παλιούς κανταδόρους, μελαγχολικά και παιχνιδιάρικα. Με κιθάρες, φλάουτο, μαντολίνο, ακορντεόν και κόρνο, ο ήχος τους έχει κάτι από τη φρεσκάδα των εφηβικών πειραματισμών της περασμένης δεκαετίας. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω δεν ξεχνάνε τη μουσική τους καταγωγή: συνεχίζουν να παίζουν μουσική όπως έπαιζαν και στη γειτονιά, ενοχλώντας το γείτονα τις ώρες της κοινής ησυχίας και γελώντας κρυφά με τα καινούργια καμώματα που σκαρφίστηκαν για να κλέψουν λίγο χρόνο από το διάβασμα και να συναντηθούν να παίξουν μουσική. Τι κι αν από τη γειτονιά της Νέας Σμύρνης βρέθηκαν στα studio δισκογραφικής εταιρείας και έβγαλαν τον πρώτο τους δίσκο; Όλα ξεκίνησαν σαν ένα παιχνίδι, κι έτσι συνέχισαν.

Την αμέσως επόμενη χρονιά, το 1983, βγάζουν το δεύτερο δίσκο τους με τίτλο «Πλάγια λόγια». Η σύνθεση του συγκροτήματος αλλάζει μετά την αποχώρηση του Μιχάλη Μουστάκη (ο οποίος όμως συμμετέχει στο δίσκο μαζί με την Χέλγκα Γιαννούλα και τον Κώστα Θωμαϊδη) και προστίθεται η Barbara Sauter. Το συγκρότημα παίρνει πια την οριστική του μορφή και βουτάει ακόμα πιο βαθιά στο παιχνίδι που έχει ξεκινήσει. Τραγούδια άλλοτε προσωπικά και άλλοτε σκωπτικά, με την υπόγεια μελαγχολία που αφήνει η θέα ενός άδειου τραπεζιού μετά από ένα ξέφρενο φαγοπότι, οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω πλάθουν τραγούδια της παρέας. Της δικής τους παρέας. Κι αρχίζει σιγά – σιγά να απλώνει η φήμη αυτού του συγκροτήματος που δεν ακολουθεί τη μόδα της εποχής του, αλλά δημιουργεί τραγούδια αληθινά, με δική τους ταυτότητα και χρώμα. Αξίζει στο σημείο αυτό, να σημειώσω πως σε κανέναν από τους δύο πρώτους δίσκους του συγκροτήματος δεν αναφέρεται ποιος γράφει τη μουσική και τους στίχους στα τραγούδια! (αναφέρονται μόνο τα ονόματα όσων έχουν γράψεις στίχους, αλλά δεν ανήκουν στο συγκρότημα). Μένει λοιπόν η εντύπωση ότι τα τραγούδια είναι αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας, όχι μόνο στο επίπεδο της εκτέλεσης, αλλά και της δημιουργίας.

Η φήμη τους έμελλε να απλωθεί περισσότερο το 1985, όταν η Δήμητρα Γαλάνη ηχογραφεί το δίσκο που έφερε το όνομά τους. Στο εξώφυλλο η Δήμητρα Γαλάνη ποζάρει ως άλλη Μαφάλντα και πάνω δεξιά, μέσα σε εισαγωγικά, το όνομα του συγκροτήματος που ουσιαστικά έπαιζε και συμμετείχε στο δίσκο με 4 τραγούδια. Τα υπόλοιπα τραγούδια ήταν από διάφορους συνθέτες με τους οποίους είχε συνεργαστεί κατά καιρούς η Δήμητρα Γαλάνη: Σταμάτης Κραουνάκης, Χρήστος Νικολόπουλος, Μάνος Λοϊζος, κ.α. Αν και στη συγκεκριμένη δουλειά οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω δεν έχουν τον πρώτο λόγο, τα 4 τραγούδια που έγραψαν ταίριαξαν απόλυτα με το συνολικό ύφος του δίσκου. Ανάμεσα σε τραγούδια που ερμήνευσε η Δήμητρα Γαλάνη και έγιναν αμέσως γνωστά, όπως το «Μου ‘ταξες ταξίδι να με πας» και «Τίποτ’ άλλο», ξαφνικά ακούει κανείς μια παρέα να τραγουδάει για την «Ελενίτσα την κολυμβήτρια» και για κάποια «Τώνια», με αφέλεια και παιχνιδιάρικη διάθεση απόλυτα εναρμονισμένη με την όλη αισθητική του δίσκου. Παράλληλα, είναι η πρώτη φορά που αναγράφεται το όνομα του δημιουργού των τραγουδιών (τη μουσική και τους στίχους υπέγραφε ο Γιώργος Φιλιππάκης, και σε ένα τραγούδι τους στίχους η Λίνα Νικολακοπούλου).

Φτάνουμε στα 1988, μια χρονιά καθοριστική για το συγκρότημα. Είναι η χρονιά που οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω βρίσκουν δισκογραφική «στέγη» στην εταιρεία του Μάνου Χατζιδάκι, τον Σείριο. «Τα παροίνια» είναι ο δίσκος που βρίσκει το συγκρότημα στην πιο ώριμη φάση του. Αρχίζουν για πρώτη φορά και μελοποιούν ποιήματα (Ομάρ Καγιάμ, Λι Τάι Πο), ενώ σε τρία τραγούδια τους στίχους υπογράφει ο Βασίλης Νικολαϊδης. Ο ήχος τους εμπλουτίζεται. Το κάθε τραγούδι αφηγείται και μια διαφορετική ιστορία, αλλά και ολόκληρος ο δίσκος αποτελεί έναν ενιαίο κύκλο τραγουδιών. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω “διονυσιασμένοι”, ζαλισμένοι από το κρασί, τραγουδούν γύρω από ένα τραπέζι τις καντάδες τους και προσκαλούν όποιον περαστικό μπορεί να νιώσει την υπόγεια μελαγχολία των τραγουδιών τους. Στα περισσότερα τραγούδια τη μουσική υπογράφει ο Χάρης Καβαλλιεράτος και σε δύο ο Γιώργος Φιλιππάκης. Την ίδια περίοδο, παίζουν ζωντανά τα τραγούδια τους στη μουσική σκηνή του Μάνου Χατζιδάκι, τον Σείριο, σε ένα πρόγραμμα με τον γενικό τίτλο «Ο Σείριος παρουσιάζει», όπου εναλλάσσονται συγκροτήματα, συνθέτες και τραγουδιστές, από τη Δήμητρα Γαλάνη και την Χάρις Αλεξίου, μέχρι τους Κατσιμίχα και τον Φοίβο Δεληβοριά.

Την επόμενη χρονιά βγάζουν στον Σείριο τον δίσκο «Τα εγκαίνια». Ένα καλοκαιρινό αεράκι περνάει ανάμεσα από τα τραγούδια του δίσκου και ανακατεύεται με το άρωμα του ούζου και του μεζέ απάνω στο τραπέζι. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σκορπάνε τα τραγούδια τους πάνω στα βότσαλα που σκάει το κύμα. Μικρής διάρκειας τα περισσότερα τραγούδια, ντυμένα με υπέροχες μουσικές, παιχνιδιάρικη διάθεση (όπως πάντα!), σαν να μας κλείνουν με νάζι το μάτι και να μας καλούν σε μια ακόμα γιορτή τους. Μέσα στο δίσκο εκτός των άλλων, βρίσκουμε μελοποιημένο ένα ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, αλλά και το «Μεθυσμένο καράβι» του Αρθούρου Ρεμπώ.

Ο Σείριος φιλοξενεί έναν ακόμα δίσκο τους το 1991. Στην «Ιχνογραφία», μεταξύ των τραγουδιών, συναντάμε μελοποιημένα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη, του Νίκου Εγγονόπουλου, και του Ανδρέα Κάλβου. Σε αυτό το δίσκο οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω κατασκευάζουν ένα πελώριο τελάρο και ζωγραφίζουν απάνω του με έντονα χρώματα τις μουσικές τους. Προσωπογραφίες, τοπία καλοκαιρινά και σκηνές δρόμου, συνθέτουν ένα κολάζ τέλειας αισθητικής, με κορυφαίο (κατά τη γνώμη μου) το τραγούδι - διάλογο του Van Gogh με μια πόρνη του 20ου αιώνα, με τους ευφυείς στίχους του Βασίλη Νικολαΐδη. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω πλάθουν έναν ολόκληρο κόσμο γύρω από τις μουσικές τους. Ακροβατούν μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας και μας προσφέρουν απλόχερα το αποτέλεσμα που δεν είναι άλλο, από ένα τραγούδι πηγαίο και αληθινό.

Το 1995 οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω βγάζουν το δίσκο «Πέρα στου κεχριού τον κάμπο» στην εταιρεία MBI. Εδώ, τον πρώτο ρόλο στην ερμηνεία των τραγουδιών αναλαμβάνει η μεσόφωνος Άννα Καραγεωργιάδου και η παιδική χορωδία του Γιάννη Τσιαμούλη. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σε αυτό το δίσκο, γίνονται κυριολεκτικά παιδιά! Ανακατεύονται με τα πιτσιρίκια της παιδικής χορωδίας, γελάνε και “ευθείς μελαγχολούν” όπως εκείνα τα «Παιδιά κάτω στον κάμπο» του Χατζιδάκι, αποκαλύπτουν το παιδί που κρύβουμε μέσα μας και το φέρνουν στην επιφάνεια μέσα από τα τραγούδια τους. Τραγούδια πολύχρωμα σαν παιδικές ζωγραφιές, μουσικές που ξαφνιάζουν και στίχοι με αθωότητα και νάζι.

Το 1998 βρίσκει τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω να επιστρέφουν στο δισκογραφικό “σπίτι” του Μάνου Χατζιδάκι, 4 χρόνια μετά το ταξίδι του προς τα άστρα! Η επιστροφή στο Σείριο σηματοδοτεί τη συνεργασία του συγκροτήματος με τη στιχουργό Αγαθή Δημητρούκα. Στο δίσκο «Προς την αθανασία τη μαρτυρική», για πρώτη φορά οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω υπογράφουν μόνο τη μουσική και την ενορχήστρωση, αφού οι στίχοι των τραγουδιών ανήκουν στην Αγαθή Δημητρούκα και η ερμηνεία τους στον Βασίλη Γισδάκη και την Αλεξία Μουστάκα. Οι ερμηνείες των δύο νέων τραγουδιστών είναι εξαιρετικές! Τραγούδια άμεσα, αληθινά, με τον γήινο λυρισμό των στίχων της Δημητρούκα και τις ανάλαφρες μελωδίες του Χάρη Καβαλλιεράτου και του Γιώργου Φιλιππάκη, ο δίσκος είναι από τις ωραιότερες δουλειές που εκδόθηκαν από το Σείριο μετά το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι.

Ένα χρόνο αργότερα, εκδίδεται ο δίσκος «Ένα ευχαριστώ». Πρόκειται για δεύτερες εκτελέσεις τραγουδιών από την 17χρονη πορεία του συγκροτήματος, που ερμηνεύουν διάφοροι τραγουδιστές. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω καλούν τους φίλους τους και τους αφήνουν ελεύθερα να διασκευάσουν και να ερμηνεύσουν τα τραγούδια τους. Στο κάλεσμά τους ανταποκρίνονται αμέσως: Νένα Βενετσάνου, Σπύρος Σακκάς, Βασίλης Γισδάκης, Άννα Καραγεωργιάδου, Γιώργος Μακρής, Βασίλης Νικολαϊδης, Χρήστος Τσιαμούλης, Μιχάλης Σιγανίδης, Μαίρη-Ελεν Νέζη, Γιάννης Bach Σπυρόπουλος. Όπως όλα ξεκίνησαν το 1982 σαν παιχνίδι, έτσι και τώρα, οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω μπλέκουν στο παιχνίδι τους κι άλλους δημιουργούς, τους δίνουν απλόχερα τα τραγούδια τους και ο καθένας τα ερμηνεύει σύμφωνα με την δική του αισθητική. Και σαν τα σκανταλιάρικα παιδιά, κάθονται απέναντι και χαζεύουν το παιχνίδι των φίλων τους, που-και-που πετάγονται και λένε κι αυτοί μια φράση, ένα τραγούδι, ζουν τα τραγούδια τους μέσω των άλλων δημιουργών και απολαμβάνουν το καινούργιο άκουσμα των δικών τους παλιών τραγουδιών.

Μεσολαβούν περίπου 10 χρόνια μέχρι την πιο πρόσφατη δισκογραφική εργασία των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω. Τον Μάρτιο του 2009, κυκλοφορεί από την νεοσύστατη ανεξάρτητη εταιρεία Yafka Records το «Ημερολόγιο μιας γυναίκας / Για μιας μέρας το στοίχημα» (στο Άρωμα του Τραγουδιού είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε κάποια από τα τραγούδια του δίσκου, πριν ακόμα κυκλοφορήσει στα δισκοπωλεία εδώ). Πρόκειται για δύο ενότητες τραγουδιών σε μουσική του Χάρη Καβαλλιεράτου και του Γιώργου Φιλιπάκη, με τους στίχους της Λυδίας Βενιέρη και επίμετρο του Βασίλη Νικολαϊδη στο «Ημερολόγιο μιας γυναίκας», και του Χάρη Καβαλλιεράτου και Βασίλη Νικολαϊδη στο «Για μιας μέρας το στοίχημα». Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω αναθέτουν στη μεσόφωνο Θεοδώρα Μπάκα την ερμηνεία του «Ημερολογίου», ενώ η ίδια μοιράζεται και τις ερμηνείες στης «Μέρας το στοίχημα» μαζί με τον Σπύρο Σακκά και τον Χάρη Καβαλλιεράτο. Και στους δύο αυτούς κύκλους τραγουδιών, οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω δείχνουν να πηγαίνουν την Τέχνη τους ένα βήμα παρακάτω. Εκεί που το «Ημερολόγιο μιας γυναίκας» αποτελεί μια ποιητική σπουδή πάνω στην διαχρονική γυναικεία μορφή, της «Μιας μέρας το στοίχημα» μας ταξιδεύει σε τοπία του μέσα κόσμου μας και αναγκάζει τις αισθήσεις σε κάθαρση με μοναδικό μέσο την γαλήνια αισθητική των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω. Δύο κύκλοι τραγουδιών που, καθόλου τυχαία, εκδόθηκαν σε έναν δίσκο και προσφέρονται για συνεχείς ακροάσεις με σκοπό την σταδιακή αποκάλυψη του βαθύτερου περιεχομένου τους. Σπουδαίοι είναι και οι μουσικοί που συμπράττουν με το συγκρότημα σε αυτή την εργασία: από τον Θόδωρο Κοτεπάνο και τον Νίκο Τουλιάτο, μέχρι τον Τάκη Φαραζή και τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο στο τσέμπαλο.

Μπορεί η παρουσία των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω στη δισκογραφία να μην είναι πολύ τακτική, τα διαστήματα που μεσολαβούν ανάμεσα στις εργασίες που εκδίδουν να είναι κάποιες φορές αρκετών ετών και οι ζωντανές εμφανίσεις τους να μην είναι πολύ συχνές, όμως αυτό δε σημαίνει ότι δεν παίζουν μουσική. Ίσως είναι το μοναδικό ελληνικό συγκρότημα που δημιουργήθηκε στη δεκαετία του ’80 και άντεξε όλα αυτά τα χρόνια χωρίς να διαλυθεί, χωρίς να ακολουθήσει το κάθε μέλος του διαφορετική πορεία όπως συμβαίνει συνήθως. Είναι πάρα πολλά τα παραδείγματα συγκροτημάτων που δεν άντεξαν στο χρόνο (Φατμέ, Μουσικές Ταξιαρχίες, Τρύπες, Τερμίτες, Δυνάμεις του Αιγαίου, Συνήθεις Ύποπτοι, κ.α.), με εξαίρεση τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω (καθώς επίσης και τους Χειμερινούς Κολυμβητές, μια επίσης ιδιαίτερη περίπτωση ελληνικού συγκροτήματος που αντέχει ακόμα)! Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω ξεκίνησαν σαν μια παρέα εφήβων που βασική τους ανάγκη ήταν να μαζευτούν να παίξουν μουσική και έτσι παρέμειναν. Χωρίς βεντετισμούς, χωρίς “πρώτα” ονόματα, χωρίς ανάγκες πέρα της κοινωνίας μέσω του τραγουδιού. Και αυτή τη διάθεση κρατούν μέχρι και σήμερα.