English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Σαν Σήμερα 5 Νοεμβρίου..
 
 1955...The Johnston Brothers...στο Νο 1 UK singles chart με το 'Hernando's Hideaway' ένα τραγούδι από το μιούζικαλ "The Pajama Game" το οποίο ήταν επίσης US No 2 hit για τον Archie Bleyer…
1966...The Monkees... ήταν στην κορυφή του Billboard singles chart με το ‘Last Train To Clarksville’, το πρώτο τους No. 1...
1983...O Billy Joel... ήταν ...
στο No.1 UK singles chart με το 'Uptown Girl', έμεινε στην κορυφή των charts για 5 εβδομάδες...Το τραγούδι γράφτηκε αποκλειστικά για την σχέση που είχε με την Elle Macpherson, όμως το τέλος της σχέσης ήρθε σύντομα και κατέληξε να γίνει γυναίκα του η Christie Brinkley (και οι δύο ήταν από τα πιο διάσημα supermodels 1980's)....
1988...The Beach Boys... ήταν στο No.1 US singles chart με το 'Kokomo', το οποίο έφτασε και στο No.25 UK singles chart....Το συγκεκριμένο κομμάτι ακούγεται στην ταινία Cocktail…
2000... U2...ήταν στο No.1 UK album chart με το "All That You Can't Leave Behind"... ενώ οι Greed ήταν στο No.1 US singles chart με το 'With Arms Wide Open'...
1956, "The Nat King Cole Show" έκανε το ντεμπούτο του στο NBC-TV στην Αμερική...Το "The Cole program"... ήταν το πρώτο του είδους του, που παρουσιάζεται από έναν Αφρο-Αμερικανό...
1960, Ο Country & western τραγουδιστής Johnny Horton σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Είχε το 1959 US No.1 & UK No.16 single 'The Battle Of New Orleans'....
1965, The Doors εμφανίζονται στο Pioneer Club Boat Ride, Los Angeles, California...
1967... Bee Gee Robin Gibb ήταν επιβάτης σε ένα τρένο το οποίο συνετρίβη στο νοτιοανατολικό Λονδίνο στην Αγγλία σκοτώνοντας 49 άτομα και τραυματίζοντας 78. Ο Robin νοσηλεύεται με σοκ αμέσως μετά το ατύχημα…
1970...Το άλμπουμ Led Zeppelin III κυκλοφόρησε στο UK στην Atlantic records...Το άλμπουμ έφτασε στο No.1 και στα UK και στα US charts... ...
6 φορές πλατινένιο και έχει πιστοποιηθεί από την (RIAA) για τις πωλήσεις του, άνω τα 6 εκατομμύρια αντίτυπα …
1971... Elvis Presley ξεκίνησε την 15-μέρες περιοδεία του στην Βόρεια Αμερική στο Metropolitan Sports Center στην Minneapolis... Εκφωνητής ο Al Dvorin πρόφερε την γνωστή φράση "Elvis has left the building" στο τέλος του show...Του ζητήθηκε να κάνει την ανακοίνωση σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τους οπαδούς οι οποίοι συνέχισαν να καλούν τον Elvis...

1977, O manager του Virgin record store στο Nottingham, England συνελήφθη για την εμφάνιση ενός μεγάλου διαφημιστικού poster που παρουσίαζε το νέο άλμπουμ των Sex Pistols , 'Never Mind The Bollock's, Here's The Sex Pistols'. …Η αστυνομία χαρακτήρισε άσεμνη πράξη την διαφήμιση του άλμπουμ και προειδοποίησε ότι θα επιβληθεί πρόστιμο σε όποιο από...
τα καταστήματα της High street διαφήμιζαν το συγκεκριμένο άλμπουμ....
1986, Bobby Nunn των Coasters πεθαίνει από καρδιακή ανεπάρκεια στο Los Angeles...(Το 1958 US No.1 single 'Yakety Yak', 1959 US No.2 και UK No.6 single 'Charlie Brown')....
1988, "The Locomotion"...έγινε το πρώτο τραγούδι που έφτασε στο US Top 5 με 3 διαφορετικές versions, όταν η Minogue το έφτασε στο Νo.3 US chart...(γράφτηκε από τους songwriters Gerry Goffin και Carole King), το τραγούδι είναι ξεχωριστό για την εμφάνιση του στο Αμερικάνικο Top 5 τρεις φορές…κάθε φορά και σε διαφορετική δεκαετία με την Little Eva το 1962 και με τους Grand Funk Railroad το 1974....
 1994, η Sheryl Crow για πρώτη της φορά στο UK Top 10 single με το 'All I Wanna Do' αγγίζει το No.4 στα charts...Η Αμερικανίδα τραγουδίστρια και στιχουργός έκανε την υπέρβαση, ήταν η πρώτη γυναίκα από την Αμερική που έκανε 6 hits στο Ηνωμένο Βασίλειο από το άλμπουμ της'Tuesday Night Music Club'….
1999, Αναφέρθηκε ότι ο Robbie Williams ήταν έτοι...
μος να εγκαταλείψει την ποπ καριέρα του...όπως είπε ήταν τόσο απογοητευμένος με τη μουσική και σκεφτόταν μια καριέρα στον κινηματογράφο...
2002, Πραγματοποιήθηκε η κηδεία του Jam Master Jay, (Jason Mizell), που δολοφονήθηκε με μια μόνο σφαίρα ενός δολοφόνου στις 30 Οκτωβρίου 2002...μέχρι σήμερα κανείς δεν έχει ποτέ καταδικαστεί για τη δολοφονία...
 
 1965: The Who, "My Generation"
1970: Led Zeppelin, "Immigrant Song"
Recording...
1929: McKinney's Cotton Pickers, "Plain Dirt"
1969: Jerry Reed, "Amos Moses"
1973: Bob Dylan: "You Angel You," "Going, Going, Gone
 
 Births...

1931: Ike Turner
1936: Billy Sherrill
1941: Art Garfunkel
1943: Pablo Gomez (Los Bravos)
1946: Gram Parsons (Byrds, The Flying Burrito Brothers)
1947: Peter Noone (Herman's Hermits)
1947: Donnie McDougall (The Guess Who)
1948: Peter Hammill (Van Der Graff Generator)
1950: Dennis Provisore (The Grass Roots)
1957: David Moyse (Air Supply)
 
 Deaths...

1942: George M. Cohan
1960: Johnny Horton
1977: Guy Lombardo
1986: Bobby Nunn (The Coasters)
2000: Governor Jimmie Davis
2002: Billy Guy (The Coasters)
2003: Bobby Hatfield (The Righteous Brothers)
2005: Link Wray

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

"Ξανά σαν κόκκινο μπαλόνι που πετάει, ανάμεσα στου κόσμου τις βλαστήμιες"

.
Κάνοντας μια βόλτα στις γειτονιές της Αθήνας στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, άκουγε κανείς να ξεπηδάνε από τα ημιυπόγεια των σπιτιών μουσικές από ηλεκτρικές κιθάρες, μπάσα και τύμπανα, και κάτι περίεργες φωνές εφήβων να τραγουδάνε Rolling Stones, Doors και Bob Dylan. Ήταν το γκρουπάκι της γειτονιάς! Με άλλα λόγια, η απογευματινή συνάντηση για “πρόβα” της παρέας που στα χρόνια της μεταπολίτευσης είχε βρει τον τρόπο να εκφράζει τις εφηβικές της ανησυχίες μέσω της αμερικάνικης μουσικής παραγωγής, σνομπάροντας τον “Θεοδωράκη του μπαμπά” και δοκιμάζοντας ακόρντα και ήχους που δε διδάσκονταν στα ωδεία. Κάθε γειτονιά είχε και το γκρουπάκι της. Ατελείωτες πρόβες για να μιμηθούν όσο πιο πιστά γίνεται τον ήχο των ξένων συγκροτημάτων, ατέρμονες συζητήσεις για να βρεθεί το καλύτερο όνομα για το γκρουπ και αγωνία πριν από κάθε ζωντανή εμφάνιση στο προαύλιο του σχολείου ή στο πνευματικό κέντρο του Δήμου.

Εκείνη ακριβώς την εποχή, στη Νέα Σμύρνη, μια παρέα φίλων ανεβάζει αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις συνοδευόμενες από ζωντανή μουσική σε μικρούς χώρους και Πνευματικά Κέντρα. Τα σκετσάκια επενδύονται με μουσική που γράφει και τραγουδάει η 9μελής παρέα, ενώ όσο περνάει ο καιρός, τα θεατρικά δρώμενα δίνουν τη θέση τους αποκλειστικά στη μουσική. Η παρέα αυτή αποτελούνταν από τους: Νίκο Πορτοκάλογλου, Χάρη Καβαλλιεράτο, Γιώργο Φιλιππάκη, Οδυσσέα Τσάκαλο, Αργύρη Αμίτση, Μιχάλη Μουστάκη, Γιάννη Κερκύρα, Νίκο Μηλιώνη και η Ιωάννα Τσακάλου. Σύντομα το γκρουπ διαλύεται και από τη διάσπασή του δημιουργούνται οι ΦΑΤΜΕ και οι ΧΑΝΟΜΑΙ ΓΙΑΤΙ ΡΕΜΒΑΖΩ.


Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω εμφανίζονται πρώτη φορά στη δισκογραφία το 1982 με το δίσκο «Οι κακές μας πράξεις». Η σύνθεση του συγκροτήματος σε αυτόν τον πρώτο δίσκο ήταν: Χάρης Καβαλλιεράτος, Γιώργος Φιλιππάκης, Αργύρης Αμίτσης, Μιχάλης Μουστάκης (αργότερα έγινε μέλος των Φατμέ παίζοντας πλήκτρα και ακορντεόν) και Γιάννης Κερκύρας. Στο δίσκο συμμετείχαν επίσης ο Μιχάλης Σιγανίδης, ο Θοδωρής Μανίκας και η Ελευθερία Αρβανιτάκη (που μάλιστα αναφέρεται στο δίσκο μόνο με το μικρό της όνομα και όχι το επώνυμό της!). Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σημειώνουν στο οπισθόφυλλο: «Οι κακές μας πράξεις είναι τραγούδια που δεν έχουν κεραυνοβοληθεί από μεγαλίστικη συμπεριφορά. Είναι βγαλμένα από το παιχνίδι και τις ζαβολιές του – γι’ αυτό έχουν τη γοητεία να σ’ αφήνουν ανικανοποίητο …».
Την εποχή της “Αλλαγής”, όταν οι ροκάδες αμφισβητούσαν οτιδήποτε ελληνικό και οι νεολαίες των κομμάτων «ανακάλυπταν» το ρεμπέτικο, ένα συγκρότημα με το παράξενο όνομα Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σκαλίζει τραγούδια σαν τους παλιούς κανταδόρους, μελαγχολικά και παιχνιδιάρικα. Με κιθάρες, φλάουτο, μαντολίνο, ακορντεόν και κόρνο, ο ήχος τους έχει κάτι από τη φρεσκάδα των εφηβικών πειραματισμών της περασμένης δεκαετίας. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω δεν ξεχνάνε τη μουσική τους καταγωγή: συνεχίζουν να παίζουν μουσική όπως έπαιζαν και στη γειτονιά, ενοχλώντας το γείτονα τις ώρες της κοινής ησυχίας και γελώντας κρυφά με τα καινούργια καμώματα που σκαρφίστηκαν για να κλέψουν λίγο χρόνο από το διάβασμα και να συναντηθούν να παίξουν μουσική. Τι κι αν από τη γειτονιά της Νέας Σμύρνης βρέθηκαν στα studio δισκογραφικής εταιρείας και έβγαλαν τον πρώτο τους δίσκο; Όλα ξεκίνησαν σαν ένα παιχνίδι, κι έτσι συνέχισαν.

Την αμέσως επόμενη χρονιά, το 1983, βγάζουν το δεύτερο δίσκο τους με τίτλο «Πλάγια λόγια». Η σύνθεση του συγκροτήματος αλλάζει μετά την αποχώρηση του Μιχάλη Μουστάκη (ο οποίος όμως συμμετέχει στο δίσκο μαζί με την Χέλγκα Γιαννούλα και τον Κώστα Θωμαϊδη) και προστίθεται η Barbara Sauter. Το συγκρότημα παίρνει πια την οριστική του μορφή και βουτάει ακόμα πιο βαθιά στο παιχνίδι που έχει ξεκινήσει. Τραγούδια άλλοτε προσωπικά και άλλοτε σκωπτικά, με την υπόγεια μελαγχολία που αφήνει η θέα ενός άδειου τραπεζιού μετά από ένα ξέφρενο φαγοπότι, οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω πλάθουν τραγούδια της παρέας. Της δικής τους παρέας. Κι αρχίζει σιγά – σιγά να απλώνει η φήμη αυτού του συγκροτήματος που δεν ακολουθεί τη μόδα της εποχής του, αλλά δημιουργεί τραγούδια αληθινά, με δική τους ταυτότητα και χρώμα. Αξίζει στο σημείο αυτό, να σημειώσω πως σε κανέναν από τους δύο πρώτους δίσκους του συγκροτήματος δεν αναφέρεται ποιος γράφει τη μουσική και τους στίχους στα τραγούδια! (αναφέρονται μόνο τα ονόματα όσων έχουν γράψεις στίχους, αλλά δεν ανήκουν στο συγκρότημα). Μένει λοιπόν η εντύπωση ότι τα τραγούδια είναι αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας, όχι μόνο στο επίπεδο της εκτέλεσης, αλλά και της δημιουργίας.

Η φήμη τους έμελλε να απλωθεί περισσότερο το 1985, όταν η Δήμητρα Γαλάνη ηχογραφεί το δίσκο που έφερε το όνομά τους. Στο εξώφυλλο η Δήμητρα Γαλάνη ποζάρει ως άλλη Μαφάλντα και πάνω δεξιά, μέσα σε εισαγωγικά, το όνομα του συγκροτήματος που ουσιαστικά έπαιζε και συμμετείχε στο δίσκο με 4 τραγούδια. Τα υπόλοιπα τραγούδια ήταν από διάφορους συνθέτες με τους οποίους είχε συνεργαστεί κατά καιρούς η Δήμητρα Γαλάνη: Σταμάτης Κραουνάκης, Χρήστος Νικολόπουλος, Μάνος Λοϊζος, κ.α. Αν και στη συγκεκριμένη δουλειά οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω δεν έχουν τον πρώτο λόγο, τα 4 τραγούδια που έγραψαν ταίριαξαν απόλυτα με το συνολικό ύφος του δίσκου. Ανάμεσα σε τραγούδια που ερμήνευσε η Δήμητρα Γαλάνη και έγιναν αμέσως γνωστά, όπως το «Μου ‘ταξες ταξίδι να με πας» και «Τίποτ’ άλλο», ξαφνικά ακούει κανείς μια παρέα να τραγουδάει για την «Ελενίτσα την κολυμβήτρια» και για κάποια «Τώνια», με αφέλεια και παιχνιδιάρικη διάθεση απόλυτα εναρμονισμένη με την όλη αισθητική του δίσκου. Παράλληλα, είναι η πρώτη φορά που αναγράφεται το όνομα του δημιουργού των τραγουδιών (τη μουσική και τους στίχους υπέγραφε ο Γιώργος Φιλιππάκης, και σε ένα τραγούδι τους στίχους η Λίνα Νικολακοπούλου).

Φτάνουμε στα 1988, μια χρονιά καθοριστική για το συγκρότημα. Είναι η χρονιά που οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω βρίσκουν δισκογραφική «στέγη» στην εταιρεία του Μάνου Χατζιδάκι, τον Σείριο. «Τα παροίνια» είναι ο δίσκος που βρίσκει το συγκρότημα στην πιο ώριμη φάση του. Αρχίζουν για πρώτη φορά και μελοποιούν ποιήματα (Ομάρ Καγιάμ, Λι Τάι Πο), ενώ σε τρία τραγούδια τους στίχους υπογράφει ο Βασίλης Νικολαϊδης. Ο ήχος τους εμπλουτίζεται. Το κάθε τραγούδι αφηγείται και μια διαφορετική ιστορία, αλλά και ολόκληρος ο δίσκος αποτελεί έναν ενιαίο κύκλο τραγουδιών. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω “διονυσιασμένοι”, ζαλισμένοι από το κρασί, τραγουδούν γύρω από ένα τραπέζι τις καντάδες τους και προσκαλούν όποιον περαστικό μπορεί να νιώσει την υπόγεια μελαγχολία των τραγουδιών τους. Στα περισσότερα τραγούδια τη μουσική υπογράφει ο Χάρης Καβαλλιεράτος και σε δύο ο Γιώργος Φιλιππάκης. Την ίδια περίοδο, παίζουν ζωντανά τα τραγούδια τους στη μουσική σκηνή του Μάνου Χατζιδάκι, τον Σείριο, σε ένα πρόγραμμα με τον γενικό τίτλο «Ο Σείριος παρουσιάζει», όπου εναλλάσσονται συγκροτήματα, συνθέτες και τραγουδιστές, από τη Δήμητρα Γαλάνη και την Χάρις Αλεξίου, μέχρι τους Κατσιμίχα και τον Φοίβο Δεληβοριά.

Την επόμενη χρονιά βγάζουν στον Σείριο τον δίσκο «Τα εγκαίνια». Ένα καλοκαιρινό αεράκι περνάει ανάμεσα από τα τραγούδια του δίσκου και ανακατεύεται με το άρωμα του ούζου και του μεζέ απάνω στο τραπέζι. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σκορπάνε τα τραγούδια τους πάνω στα βότσαλα που σκάει το κύμα. Μικρής διάρκειας τα περισσότερα τραγούδια, ντυμένα με υπέροχες μουσικές, παιχνιδιάρικη διάθεση (όπως πάντα!), σαν να μας κλείνουν με νάζι το μάτι και να μας καλούν σε μια ακόμα γιορτή τους. Μέσα στο δίσκο εκτός των άλλων, βρίσκουμε μελοποιημένο ένα ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, αλλά και το «Μεθυσμένο καράβι» του Αρθούρου Ρεμπώ.

Ο Σείριος φιλοξενεί έναν ακόμα δίσκο τους το 1991. Στην «Ιχνογραφία», μεταξύ των τραγουδιών, συναντάμε μελοποιημένα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη, του Νίκου Εγγονόπουλου, και του Ανδρέα Κάλβου. Σε αυτό το δίσκο οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω κατασκευάζουν ένα πελώριο τελάρο και ζωγραφίζουν απάνω του με έντονα χρώματα τις μουσικές τους. Προσωπογραφίες, τοπία καλοκαιρινά και σκηνές δρόμου, συνθέτουν ένα κολάζ τέλειας αισθητικής, με κορυφαίο (κατά τη γνώμη μου) το τραγούδι - διάλογο του Van Gogh με μια πόρνη του 20ου αιώνα, με τους ευφυείς στίχους του Βασίλη Νικολαΐδη. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω πλάθουν έναν ολόκληρο κόσμο γύρω από τις μουσικές τους. Ακροβατούν μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας και μας προσφέρουν απλόχερα το αποτέλεσμα που δεν είναι άλλο, από ένα τραγούδι πηγαίο και αληθινό.

Το 1995 οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω βγάζουν το δίσκο «Πέρα στου κεχριού τον κάμπο» στην εταιρεία MBI. Εδώ, τον πρώτο ρόλο στην ερμηνεία των τραγουδιών αναλαμβάνει η μεσόφωνος Άννα Καραγεωργιάδου και η παιδική χορωδία του Γιάννη Τσιαμούλη. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω σε αυτό το δίσκο, γίνονται κυριολεκτικά παιδιά! Ανακατεύονται με τα πιτσιρίκια της παιδικής χορωδίας, γελάνε και “ευθείς μελαγχολούν” όπως εκείνα τα «Παιδιά κάτω στον κάμπο» του Χατζιδάκι, αποκαλύπτουν το παιδί που κρύβουμε μέσα μας και το φέρνουν στην επιφάνεια μέσα από τα τραγούδια τους. Τραγούδια πολύχρωμα σαν παιδικές ζωγραφιές, μουσικές που ξαφνιάζουν και στίχοι με αθωότητα και νάζι.

Το 1998 βρίσκει τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω να επιστρέφουν στο δισκογραφικό “σπίτι” του Μάνου Χατζιδάκι, 4 χρόνια μετά το ταξίδι του προς τα άστρα! Η επιστροφή στο Σείριο σηματοδοτεί τη συνεργασία του συγκροτήματος με τη στιχουργό Αγαθή Δημητρούκα. Στο δίσκο «Προς την αθανασία τη μαρτυρική», για πρώτη φορά οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω υπογράφουν μόνο τη μουσική και την ενορχήστρωση, αφού οι στίχοι των τραγουδιών ανήκουν στην Αγαθή Δημητρούκα και η ερμηνεία τους στον Βασίλη Γισδάκη και την Αλεξία Μουστάκα. Οι ερμηνείες των δύο νέων τραγουδιστών είναι εξαιρετικές! Τραγούδια άμεσα, αληθινά, με τον γήινο λυρισμό των στίχων της Δημητρούκα και τις ανάλαφρες μελωδίες του Χάρη Καβαλλιεράτου και του Γιώργου Φιλιππάκη, ο δίσκος είναι από τις ωραιότερες δουλειές που εκδόθηκαν από το Σείριο μετά το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι.

Ένα χρόνο αργότερα, εκδίδεται ο δίσκος «Ένα ευχαριστώ». Πρόκειται για δεύτερες εκτελέσεις τραγουδιών από την 17χρονη πορεία του συγκροτήματος, που ερμηνεύουν διάφοροι τραγουδιστές. Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω καλούν τους φίλους τους και τους αφήνουν ελεύθερα να διασκευάσουν και να ερμηνεύσουν τα τραγούδια τους. Στο κάλεσμά τους ανταποκρίνονται αμέσως: Νένα Βενετσάνου, Σπύρος Σακκάς, Βασίλης Γισδάκης, Άννα Καραγεωργιάδου, Γιώργος Μακρής, Βασίλης Νικολαϊδης, Χρήστος Τσιαμούλης, Μιχάλης Σιγανίδης, Μαίρη-Ελεν Νέζη, Γιάννης Bach Σπυρόπουλος. Όπως όλα ξεκίνησαν το 1982 σαν παιχνίδι, έτσι και τώρα, οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω μπλέκουν στο παιχνίδι τους κι άλλους δημιουργούς, τους δίνουν απλόχερα τα τραγούδια τους και ο καθένας τα ερμηνεύει σύμφωνα με την δική του αισθητική. Και σαν τα σκανταλιάρικα παιδιά, κάθονται απέναντι και χαζεύουν το παιχνίδι των φίλων τους, που-και-που πετάγονται και λένε κι αυτοί μια φράση, ένα τραγούδι, ζουν τα τραγούδια τους μέσω των άλλων δημιουργών και απολαμβάνουν το καινούργιο άκουσμα των δικών τους παλιών τραγουδιών.

Μεσολαβούν περίπου 10 χρόνια μέχρι την πιο πρόσφατη δισκογραφική εργασία των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω. Τον Μάρτιο του 2009, κυκλοφορεί από την νεοσύστατη ανεξάρτητη εταιρεία Yafka Records το «Ημερολόγιο μιας γυναίκας / Για μιας μέρας το στοίχημα» (στο Άρωμα του Τραγουδιού είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε κάποια από τα τραγούδια του δίσκου, πριν ακόμα κυκλοφορήσει στα δισκοπωλεία εδώ). Πρόκειται για δύο ενότητες τραγουδιών σε μουσική του Χάρη Καβαλλιεράτου και του Γιώργου Φιλιπάκη, με τους στίχους της Λυδίας Βενιέρη και επίμετρο του Βασίλη Νικολαϊδη στο «Ημερολόγιο μιας γυναίκας», και του Χάρη Καβαλλιεράτου και Βασίλη Νικολαϊδη στο «Για μιας μέρας το στοίχημα». Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω αναθέτουν στη μεσόφωνο Θεοδώρα Μπάκα την ερμηνεία του «Ημερολογίου», ενώ η ίδια μοιράζεται και τις ερμηνείες στης «Μέρας το στοίχημα» μαζί με τον Σπύρο Σακκά και τον Χάρη Καβαλλιεράτο. Και στους δύο αυτούς κύκλους τραγουδιών, οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω δείχνουν να πηγαίνουν την Τέχνη τους ένα βήμα παρακάτω. Εκεί που το «Ημερολόγιο μιας γυναίκας» αποτελεί μια ποιητική σπουδή πάνω στην διαχρονική γυναικεία μορφή, της «Μιας μέρας το στοίχημα» μας ταξιδεύει σε τοπία του μέσα κόσμου μας και αναγκάζει τις αισθήσεις σε κάθαρση με μοναδικό μέσο την γαλήνια αισθητική των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω. Δύο κύκλοι τραγουδιών που, καθόλου τυχαία, εκδόθηκαν σε έναν δίσκο και προσφέρονται για συνεχείς ακροάσεις με σκοπό την σταδιακή αποκάλυψη του βαθύτερου περιεχομένου τους. Σπουδαίοι είναι και οι μουσικοί που συμπράττουν με το συγκρότημα σε αυτή την εργασία: από τον Θόδωρο Κοτεπάνο και τον Νίκο Τουλιάτο, μέχρι τον Τάκη Φαραζή και τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο στο τσέμπαλο.

Μπορεί η παρουσία των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω στη δισκογραφία να μην είναι πολύ τακτική, τα διαστήματα που μεσολαβούν ανάμεσα στις εργασίες που εκδίδουν να είναι κάποιες φορές αρκετών ετών και οι ζωντανές εμφανίσεις τους να μην είναι πολύ συχνές, όμως αυτό δε σημαίνει ότι δεν παίζουν μουσική. Ίσως είναι το μοναδικό ελληνικό συγκρότημα που δημιουργήθηκε στη δεκαετία του ’80 και άντεξε όλα αυτά τα χρόνια χωρίς να διαλυθεί, χωρίς να ακολουθήσει το κάθε μέλος του διαφορετική πορεία όπως συμβαίνει συνήθως. Είναι πάρα πολλά τα παραδείγματα συγκροτημάτων που δεν άντεξαν στο χρόνο (Φατμέ, Μουσικές Ταξιαρχίες, Τρύπες, Τερμίτες, Δυνάμεις του Αιγαίου, Συνήθεις Ύποπτοι, κ.α.), με εξαίρεση τους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω (καθώς επίσης και τους Χειμερινούς Κολυμβητές, μια επίσης ιδιαίτερη περίπτωση ελληνικού συγκροτήματος που αντέχει ακόμα)! Οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω ξεκίνησαν σαν μια παρέα εφήβων που βασική τους ανάγκη ήταν να μαζευτούν να παίξουν μουσική και έτσι παρέμειναν. Χωρίς βεντετισμούς, χωρίς “πρώτα” ονόματα, χωρίς ανάγκες πέρα της κοινωνίας μέσω του τραγουδιού. Και αυτή τη διάθεση κρατούν μέχρι και σήμερα.




Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Περί Ελληνικού Ρόκ

Αν ήθελε κάποιος να γράψει οποιαδήποτε ιστορία θα έπρεπε πρώτα να αναζητήσει και να μελετήσει τη σχετική βιβλιογραφία, έπειτα να ερευνήσει σε αρχειακές συλλογές και τέλος, αν το θέμα αφορά τη σύγχρονη ιστορία, να προχωρήσει σε επιτόπια έρευνα συλλέγοντας προφορικές μαρτυρίες. Αν αντίθετα επιχειρήσει κάποιος να γράψει την ιστορία της ελληνικής ροκ, θα έπρεπε να ξεκινήσει... ανάποδα, δηλαδή από την έρευνα πεδίου. Ποιος είναι όμως ο «τόπος» της ροκ; Η ροκ ως κουλτούρα της δυτικής νεολαίας βρίσκεται εντός, εκτός κι επί τα αυτά της βιομηχανικής κοινωνίας και της μαζικής διασκέδασης ή μάλλον αποτελεί το ηττημένο αντάρτικο ενάντια στην εμπορευματοποιημένη κουλτούρα, η δε ήττα του αποτελεί και τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της ροκ μουσικής ως κινήματος αμφισβήτησης. Σήμερα μιλάμε για ροκ μουσική βιομηχανία. Τα λίγα αναμμένα καρβουνάκια στις στάχτες της πυρκαγιάς που συνεπήρε τρεις τουλάχιστον γενιές, αυτές του '60, του '70 και του '80, συντηρούν ελάχιστες παρέες πιτσιρικάδων που ακόμη βγαίνουν για να ουρλιάξουν ή να φτύσουν τον κόσμο των γονιών τους «μέσα απ' τα μικρόφωνά τους». Οι υπόλοιποι ονειρεύονται να γίνουν σταρ μέσα απ' το fame story...
Το ερώτημα πότε γεννήθηκε η ελληνική ροκ μουσική σκηνή θα έπρεπε ίσως να διατυπωθεί διαφορετικά. Δεν πρόκειται για γέννα αλλά για εισαγωγή ξένων προτύπων και προσαρμογή τους στις ανάγκες της ελληνικής νεολαίας. Το ραδιόφωνο έπαιξε στη δεδομένη στιγμή το ρόλο της προξενήτρας και οι επιχειρηματίες πρόσφεραν τις αίθουσες χορού για να ασκούν οι γόνοι των ελλήνων μεσοαστών τις επιδόσεις τους στο ροκ εν ρολ. Είμαστε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '50 και στις αρχές της δεκαετίας του '60 όταν τα λαϊκά στρώματα οδηγεί στη δια των τοιούτων παθημάτων κάθαρση ο Καζαντζίδης ενώ στη Βρετανία το ήδη χαζουχαρούμενα μικροαστικό ροκ εν ρολ αναλαμβάνουν να ριζοσπαστικοποιήσουν τα τέσσερα σκαθάρια από το βιομηχανικό Λίβερπουλ. Τη θέση των λαδωμένων τσουλουφιών με τις μυτερές φαβορίτες θα πάρουν τα μαλλιά, τα γυαλιά και τα χαϊμαλιά και η δυτική νεολαία θα στραφεί στην Άπω Ανατολή για να αναζητήσει πρότυπα ενάντια στο βιομηχανικό πολιτισμό Λίβερπουλ, τον Πειραιά, στην Τρούμπα και το Πέραμα οι ανάγκες είναι διαφορετικές: η ανατολή είναι κοντά, ή μάλλον περίπου μέσα μας, και το πάντρεμα με τη δύση έχει ήδη από χρόνια δώσει το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι: το ελληνικό μπλουζ. Ωστόσο, το εγχείρημα των Σκαθαριών δεν θα αφήσει ασυγκίνητη την ελληνική νεολαία. Θα συναντήσει όμως δύο ορκισμένους εχθρούς: η αριστερά θα σταθεί κριτικά απέναντι στον «αμερικανικό τρόπο ζωής» την ώρα που ο ελληνικός αστισμός καταδιώκει και στιγματίζει τους «γιεγιέδες». Οι τελευταίοι προέρχονται βασικά από τους επαναστατημένους γόνους των μεσοαστών αλλά είναι γεγονός ότι μας διαφεύγει η χρονική στιγμή της κρίσιμης καμπής, της στροφής από τις πίστες της ελληνικής ποπ στο ροκ του μέλλοντός μας.
Να ήταν η ματαίωση της συναυλίας των «επικίνδυνων αναρχικών» Ρόλινγκ Στόουνς; Να ήταν οι ανήσυχες αναζητήσεις μερίδας των Λαμπράκηδων; Ή μήπως απλώς η ύπαρξη κάποιων νέων με ξένες επιρροές που οι δρόμοι τους ακολουθούσαν υπόγειες διαδρομές; Το σίγουρο είναι πως η γέννηση, γιατί εδώ πρόκειται για πραγματικό τοκετό, της ελληνικής ροκ ως μουσικής έκφρασης της κοινωνικής ρήξης με κάθε εξουσία (κρατική, κομματική, οικογενειακή), θα πρέπει να αναζητηθεί στα χρόνια της δικτατορίας ως δημιουργική εξέλιξη του «νέου κύματος» και της κουλτούρας της μπουάτ κι αφορά μεμονωμένες πρωτοπορίες κι όχι ένα κίνημα. Στην Ελλάδα δεν έχουμε Μάη του '68, ή μάλλον θα έπρεπε να περιμένουμε ως τις καταλήψεις του '79 για να υποψιαστούμε περί τίνος επρόκειτο. Στην Ελλάδα έχουμε λοιπόν την εθνοσωτήριο και τα κλαρίνα της. Για να γεννηθεί η ελληνική εκδοχή της ροκ λοιπόν, έπρεπε πρώτα να κατεβεί με «Φορτηγό» από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα η μουσική και στιχουργική ιδιοφυΐα του Νιόνιου. Ύστερα εμφανίζονται ως διάττοντες αστέρες για να διαπρέψουν κατόπιν στην ξενιτιά, ακολουθώντας διαφορετικούς δρόμους ο καθένας, κάποιες άλλες μουσικές πρωτοπορίες, όπως ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, ο Λουκάς Σιδεράς και ο Ντέμης Ρούσος που έφτιαξαν τα «Παιδιά της Αφροδίτης» (Aphrodites' Child) και τον εκπληκτικό τους δίσκο «666», το πρώτο πάντρεμα της ροκ με την ελληνική δημοτική μουσική παράδοση. Την ίδια περίοδο ο Σαββόπουλος θα συναντηθεί με άλλα ταλέντα, τα «Μπουρμπούλια» για να δώσει δύο από τους σημαντικότερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών: «Το περιβόλι του τρελού» και τη «Μαύρη Θάλασσα» ενώ λίγο αργότερα ο μεγαλύτερος δεξιοτέχνης της ηλεκτρικής κιθάρας στην Ελλάδα, ο Γιάννης Σπάθας, θα συναντηθεί με τον Αντώνη Τουρκογιώργη για να συστήσουν το πρώτο ελληνικό συγκρότημα της σκληρής ροκ, τους Socrates drunk the conium. Σαββόπουλος και Σώκρατες θα συναντηθούν στο «Κύτταρο» της οδού Ηπείρου, για ν' αποτελέσουν δύο διακριτές όσο και αντιπαρατιθέμενες δημιουργικές τάσεις: της πολιτικοποιημένης συνέχειας του νέου κύματος ο πρώτος, της εκκωφαντικής δεξιοτεχνίας οι δεύτεροι. Πρωτότυπος, διεισδυτικός και δημιουργικός ο μεγαλύτερος ποιητής της Μεταπολίτευσης, Νιόνιος, πιστοί στα ξένα πρότυπά τους, ακόμη και στον ξένο στίχο στον οποίο εκφράζονται(;) οι δεύτεροι. Τον... τρίτο δρόμο θα τον επιχειρήσει ο Βλάσης Μπονάτσος με τους «Πελόμα Μποκιού», εκφραστής της ανέμελης και χαζοχαρούμενης διασκέδασης, συνεχιστής μάλλον των "Poll" και των "Idols" της προηγούμενης δεκαετίας, γι' αυτό και οι οπαδοί τους θα τρώνε τα γιαούρτια των σκληροπυρηνικών οπαδών των Σώκρατες.
Η Ελλάδα βγαίνει από το γύψο της δικτατορίας μεταμορφωμένη. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου μεταβλήθηκε σε μύθο, που θέλει τη φοιτητική νεολαία παιδιά του λαού, ν' ακούν αντάρτικα και «πολιτικό» τραγούδι, όταν πλέον τα «παιδιά του Πειραιά», όταν δεν ακούνε Μενιδιάτη και Ρίτα Σακελαρίου, τραγουδούν για την «γλυκιά πατρίδα Αλαμπάμα» ενώ χιλιάδες μαθητές κάνουν όλη τη βδομάδα οικονομία στο χαρτζιλίκι τους για έναν δίσκο των Ντηπ Περπλ, των Μπλακ Σάμπαθ, των Ντορς, των Τζέθρο Ταλ και των Πινκ Φλόιντ και φυσικά των Λίναρντ Σκίναρντ και όλης της αμφιλεγόμενης παρέας του αμερικάνικου νότου.
Η ελληνική ωστόσο ροκ θα επιμείνει βασικά στη βίαια διακομμένη απ' τη δικτατορία δεκαετία του '60: στους Στόουνς και το ρυθμ εν μπλουζ. Η εγχώρια εκδοχή τους δεν θα έχει τίποτα από τη λάμψη των προτύπων τους, αντίθετα θα κραυγάζει μέσα στο μισοσκόταδο μικρομάγαζων με αποπνικτική ατμόσφαιρα, απαίσιο ήχο και ηλεκτρισμένο κοινό. Έτσι την ίδια ώρα που η Φαραντούρη γέμιζε στάδια, τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα θα συνωστίζονται σε δωμάτια πλακιώτικων σπιτιών, τα πρώτα ροκ στέκια. Με κυλιόμενες πέτρες λοιπόν θα ροκάρουν ο Πουλικάκος, η Σπυριδούλα, ο Ηρακλής και η Λερναία Ύδρα, ο Σταύρος Λογαρίδης, ο Γιώργος Πιλάλας, κι ο Νικόλας ’σιμος που μαζί με την τρέλα τους θα διαμορφώσουν το χώρο συνάντησης μιας όλο και πιο απαιτητικής ροκ νεολαίας. Κι αν οι παραπάνω αποτελούσαν την αθώα λίγο πολύ παιδική ηλικία της ελληνικής ροκ, με το χιούμορ να την καθιστά ανατρεπτικά αυτοσαρκαζόμενη και σαρκαστικά ανατρεπτική, ήρθε η τρυφερή φωνή του Παύλου Σιδηρόπουλου για να θυμίσει πως το ροκ δεν είναι παιδί των λουλουδιών, αλλά άνθος του κακού. Μηδενιστικό και απαισιόδοξο, τρυφερό και βίαιο, οργισμένο και ηττοπαθές το «Φλου» αποτέλεσε επιτέλους έναν καλό ελληνικό ροκ δίσκο. Ακολουθώντας τη μοίρα των τριών «J» (Janis Joplin, Jimmy Hendrix, Jim Morison) προτύπων τους, ο Παύλος κι ο Νικόλας Άσιμος θα γίνουν οι αθάνατοι έλληνες ροκ ήρωες, πολύ γρήγοροι για να ζήσουν, πολύ μικροί για να πεθάνουν, από ηρωίνη ο πρώτος, με μια θηλιά στο λαιμό ο δεύτερος.
Στα τέλη της δεκαετίας του '70 έχει πια διαμορφωθεί η ελληνική ροκ σκηνή, με στέκια, συναυλίες και χιλιάδες οργισμένους οπαδούς, τα περίφημα «φρικιά», αδύνατο να ενταχθούν στον ασφυκτικό έλεγχο του κομματικού κράτους και της εμπορικής διασκέδασης της ντίσκο ή του σκυλάδικου. Χουλιγκάνοι με μακριά μαλλιά και αμάνικο τζην μπουφάν με τη σημαία του αμερικανικού νότου κεντημένη στην πλάτη οι νέοι προλετάριοι των πόλεων εκστασιάζονται το ίδιο με το Smoke on the water και τη φανέλα της αγαπημένης τους ομάδας. Είναι η εποχή που οι «αυτόνομοι» στα πανεπιστήμια νικούν στις συνελεύσεις την ΚΝΕ και δημιουργούν το επικό κίνημα των καταλήψεων του '79.
Γίνονται και οι πρώτες συναυλίες ξένων ροκ συγκροτημάτων που κατά κανόνα αρχίζουν και τελειώνουν με σύγκρουση με την αστυνομία που υποψιαζόταν για πρόκληση σε στάση ακόμα και τους... συνονόματούς της, τους Police του Στινγκ μετατρέποντας το χώρο γύρω από το φιλόξενο γήπεδο του Σπόρτινγκ σε πεδίο μάχης.
Ο ήχος της ελληνικής ροκ από τη μια παρέμενε συντηρητικά πιστός στα πιο καθαρόαιμα αμερικανικά πρότυπα και από την άλλη εμφανίζεται συχνά παντρεμένος με στοιχεία από τη δημοτική και λαϊκή μουσική παράδοση. Δεν είναι μόνο ο Σαββόπουλος, είναι και οι Σώκρατες με το "Φως". Ακόμη και το πρώτο ελληνικό συγκρότημα μεταλλικού ροκ, το εύγλωττο «Βαβούρα Μπαντ», θα παρουσιάσει στις συναρπαστικά καταστροφικές συναυλίες του, μικρά αριστουργήματα ηπειρώτικης... σκληρής μεταλλικής ροκ μουσικής!
Η νέα δεκαετία είναι η δεκαετία της ωριμότητας αλλά και των διλημμάτων για την ελληνική ροκ: νέα συγκροτήματα με καλύτερο ήχο, καλύτερους στίχους, καλύτερες συνθέσεις βρίσκουν ευκολότερα συναυλιακούς χώρους και στούντιο για ηχογραφήσεις, που δεν κάνουν πια την ηλεκτρική κιθάρα ν' ακούγεται σαν τενεκές και το μπάσο σαν κομμένη εξάτμιση. Ταυτόχρονα παλιότεροι καλλιτέχνες υιοθετούν τον όχι πια και τόσο νέο ήχο της ροκ και αναβαφτίζονται σ' αυτήν: Οι «Φατμέ», ο Βαγγέλης Γερμανός, ο Λάκης (με τα Ψηλά Ρεβέρ) Παπαδόπουλος, ο Νίκος Ζιώγαλας, οι αδελφοί Κατσιμίχα, οι «Τερμίτες» και οι «Μουσικές Ταξιαρχίες», ξεχωρίζουν ανάμεσα τους καινούργιους ενώ ο Παπακωνσταντίνου και ο Κηλαϊδόνης ανάμεσα στους παλιούς διαμορφώνουν μια καινούρια σκηνή που φέρνει το ροκ από τα υπόγεια και σκοτεινά δωμάτια στα μικροαστικά σαλόνια των... μη προνομιούχων. Η ελληνική αριστερά και ειδικά η ευρωαριστερή εκδοχή της έχει επιτέλους αποδεχτεί και εν μέρει υιοθετεί τη ροκ κουλτούρα, προσφέροντας πολιτική στέγη στα σταλινοφρικιά ενώ το ΠΑΣΟΚ ήδη στην εξουσία, ιδρύοντας το Υφυπουργείο Νέας Γενιάς επενδύει στη νεολαιίστικη κουλτούρα. Τα ΜΑΤ και το ξύλο στους χώρους συναυλιών, το συνηθισμένο σκηνικό της προηγούμενης δεκαετίας, θα επαναληφθεί και τώρα, μόνο που η «αλλαγή» συνδυάζει το μαστίγιο των επιχειρήσεων «Αρετή» με το καρότο των παροχών προς τη νεολαία, αρκεί η τελευταία να μην αντιδρά.
Ο δρόμος προς την εμπορευματοποίηση, την ενσωμάτωση και την αδρανοποίηση της ελληνικής ροκ έχει ήδη ανοίξει. Το ροκ γίνεται της μόδας όπως και η ανώδυνη αμφισβήτηση: «έγινε της μόδας η αναρχία, φρίκεψε και η κουτσή Μαρία» θα γράψει κάποιος σ' έναν τοίχο, την επιφάνεια που ήδη φιλοξενεί ένα μεγάλο κεφάλαιο της αντεξουσιαστικής... λογοτεχνίας της εποχής.
Στην πατρίδα του ροκ οι εξελίξεις είχαν οδηγήσει είτε στην πανκ ροκ είτε στις πιο ακατέργαστες εκδοχές του σκληρού μεταλλικού ροκ επαναφέροντας τη ροκ κουλτούρα στις προλεταριακές και ανατρεπτικές της ρίζες. Σ' αυτό το ρεύμα, και μάλιστα στην πιο πολιτικοποιημένη εκδοχή του, θα αναζητήσουν πρότυπα, νέα δυναμικά ελληνικά συγκροτήματα: στους Gang of Four οι «Τρύπες», στους Stiff Little Fingers οι «Εκτός Ελέγχου», στους Clash το «Σύνδρομο», στους Dead Kennedys, οι «Γκούλαγκ». Μόνο τυχαίο δεν είναι ότι αυτό το ρεύμα της ελληνικής προλεταριακής πανκ γεννήθηκε στη "φτωχομάνα" Σαλονίκη. Κι αν τα παραπάνω ονόματα δεν λένε τίποτα στους περισσότερους με την εξαίρεση των «Τρυπών», αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξαν λιγότερο αξιόλογοι. Απλώς στάθηκε αδύνατο να μεταλλαχτούν σε εύπεπτα λαμέ φρικιά. Στην ίδια σκηνή της Θεσσαλονίκης ανήκουν και τα εκπληκτικά «Μωρά στη φωτιά» καθώς και η χαζοχαρούμενη μετεξέλιξή τους στα «Ξύλινα σπαθιά» και τα λειωμένα παγωτά τους. Έτσι ο κύκλος κι αυτού του ρεύματος, θα κλείσει άδοξα μέσα στην εφήμερη... δόξα και το πρόσκαιρο κέρδος για να κλείσει μαζί του κι η σύντομη αλλά συναρπαστική ιστορία του ελληνικού ροκ. Η απώλεια της χαμένης μυσταγωγίας των συναυλιών με τα άθλια ηχητικά και το διψασμένο για ηλεκτρική κιθάρα και οργιαστικά τύμπανα κοινό είναι πια οριστική. Αυτό που μένει είναι η επαγγελματική παραγωγή - κάποτε και ποιοτικών - δίσκων με ροκ στοιχεία. Η «Ενδελέχεια», ο Μανόλης Φάμελος με τους «Ποδηλάτες» του, κ. ά. μα πάνω απ' όλα οι «Πυξ λαξ» κράτησαν τη δεκαετία του '90 την ελληνική ροκ στα γνώριμα μονοπάτια του ρυθμ εν μπλουζ και του σκληρού μα τρυφερού ταυτόχρονα ροκ ήχου πριν διαλυθούν κι αυτοί όπως τόσοι άλλοι αυθεντικοί ροκάδες ηττημένοι από την ίδια τους την ηττοπάθεια, εξαρτημένοι από την ίδια τους την εξάρτηση. Το τέλος επιβεβαιώνουν κι οι δεκαεξάρηδες του σήμερα που μη έχοντας σύγχρονα πρότυπα ανακαλύπτουν ξανά τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τις Τρύπες, τον Παπακωνσταντίνου και τον Πανούση.
Σήμερα την ανάγκη σύγχρονης μουσικής έκφρασης της νεολαίας που ζητά να βγει από την τηλεοπτική μιζέρια της κι αντιδρά οργισμένα καλύπτουν άλλες παρέες με άλλους κώδικες, κι αυτούς εισαγόμενους αλλά προσαρμοσμένους στην ελληνική ιδιαιτερότητα. Στίχοι σαν τους παρακάτω είναι οπωσδήποτε ροκ μόνο που είναι επενδυμένοι με το μονότονο και ηλεκτρονικό ήχο του χιπ χοπ της σύγχρονης μαύρης αμφισβήτησης, αφού η κάθε τρελοπαρέα μπορεί πια μ' έναν υπολογιστή κι ένα μικρόφωνο να γράψει μουσική και να παράξει έναν ψηφιακό δίσκο. Αρκεί να έχει ψυχή και δύναμη να την εξωτερικεύσει. Όπως οι «Άκτιβ Μέμπερ» που από της ανεργίας και της περιθωριοποίησης το Πέραμα βρήκανε «πέρασμα απρόοπτο εκτός σεναρίου» και καταλάγιασε για λίγο ο θυμό τους και ξαναφτύνουνε «στα μούτρα αυτού του κόσμου του αστείου φωτιά μέσα απ' τα σωθικά και το μικρόφωνό» τους ως γνήσιοι ροκάδες δηλαδή. Κάπως έτσι θα ήταν μια σύντομη ιστορία της ελληνικής ροκ σκηνής. Αν επιχειρούσα όμως να τη γράψω στ' αλήθεια θα έπρεπε να ξαναζήσω μια εφηβική ιστορία, δική μου ή άλλων, δεν έχει σημασία, γεμάτη άγριες παρέες, χοντρές πλάκες, αποβολές για μαλλιά και σκουλαρίκια, κόντρες με μηχανές, σπασμένες βιτρίνες, νεκρούς από ηρωίνη, σκληρές και τρυφερές μαζί φωνές στο μικρόφωνο, μαύρα ρούχα, μαύρα γυαλιά, κόκκινο φουλάρι, σημαδεμένα μπράτσα, μοναχικούς χορούς και ηλεκτρισμένα πλήθη στις κερκίδες, κιθάρες Stratocaster και Gibson, ερωτικές απογοητεύσεις, κονκάρδα στο πέτσινο μπουφάν με τον Σιντ Βίσιους, ιδρωμένα κορμιά, επεισόδια με την αστυνομία, μπίρα από μπουκάλι, ουρλιαχτά, μικροφωνισμούς, πειρατικούς σταθμούς με αφιερώσεις. Ή μάλλον θα τα πετούσα όλα αυτά για να κρατήσω μόνο το πικ απ και τους δίσκους από βινύλιο, γιατί πέρα από τις εικόνες, τους μύθους και τα αμφιλεγόμενα πρότυπά της, γιατί πέρα από τον εισαγόμενο ατομισμό και αμοραλισμό της, αλλά και τον αυθεντικό ρομαντισμό της η ελληνική ροκ είναι στίχοι και μουσική. Σας αφήνω λοιπόν και βάζω στο τέρμα την κιθαριστική εισαγωγή από τα «Χαιρετίσματα στην εξουσία». Έτσι «κρατάω την ουσία κι ονειρεύομαι».
(Το παραπάνω κείμενο είναι αναδημοσίευση απo:
http://www.greeklanguage.gr/fryktories/modules.php?name=News&file=article&sid=163)

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012


                      BILLIE HOLIDAY 


Η Μπίλι Χόλιντεϊ (Billie Holiday, 7 Απριλίου 1915 - 17 Ιουλίου 1959) ήταν διακεκριμένη Αμερικανίδα τραγουδίστρια και συνθέτης της τζαζ. Περισσότερο γνωστή για τις ερμηνείες της σε συνθέσεις άλλων μουσικών και τις φωνητικές ικανότητές της, η ίδια συνέθεσε περιορισμένο αριθμό τραγουδιών, ορισμένα από τα οποία συγκαταλέγονται στα κλασικά του τζαζ ρεπερτορίου, όπως τα Lady Sings the Blues και God Bless the Child. Χαρακτηρίζεται συχνά ως η επιφανέστερη τραγουδίστρια στην ιστορία της τζαζ, λαμβάνοντας υπόψη και την επίδραση που άσκησε σε μεταγενέστερους καλλιτέχνες. Ερμήνευσε επίσης τραγούδια του μπλουζ ρεπερτορίου. Θεωρείται πως οι εγκάρδιες ερμηνείες της βρίσκονται στον αντίποδα των περισσότερο χαρούμενων αυτοσχεδιασμών της Έλα Φιτζέραλντ.Γεννήθηκε στη Φιλαδέλφειατων ΗΠΑ και μεγάλωσε στην πόλη της Βαλτιμόρης. Σε επίσημα έγγραφα εμφανίζεται με μία πληθώρα παραλλαγών του πραγματικού ονόματός της. Ήταν γνωστή κυρίως ως Eleanora Fagan, σύμφωνα με το επώνυμο της μητέρας της, ωστόσο σε νοσοκομειακά έγγραφα αναφέρεται ως Eleanor Harris (ή Elinore στο πιστοποιητικό γέννησής της). Σε παιδική ηλικία απέκτησε το παρωνύμιο Μπίλι, ενώ βαπτίστηκε με το όνομα Eleanor Gough. Παράλληλα ήταν γνωστή ως Ματζ (Madge). Σε εφηβική ηλικία άρχισε να κάνει συστηματική χρήση του ονόματος Μπίλι, πιθανώς λόγω της εκτίμησης που έτρεφε για την ηθοποιό του βωβού κινηματογράφου Μπίλι Νταβ (Billie Dove), ενώ αργότερα υιοθέτησε το επώνυμο του πατέρα της, ελαφρά παραλλαγμένο (Halliday), με το οποίο ξεκίνησε την επαγγελματική σταδιοδρομία της στο τραγούδι. Ο τζαζ μουσικός Λέστερ Γιανγκ τής έδωσε επίσης το γνωστό παρωνύμιο Lady Day.Τα παιδικά της χρόνια χαρακτηρίστηκαν από έντονες δυσκολίες. Ο πατέρας της εγκατέλειψε την οικογένεια αρνούμενος να αναγνωρίσει την πατρότητα της Χόλιντεϊ, κάτι που τελικά έκανε μόνο μετά την πρώτη επαγγελματική επιτυχία της. Ο ίδιος ήταν επίσης μουσικός, παίζοντας κιθάρα σε μεγάλες ορχήστρες (big bands), καθώς και στην ορχήστρα του Φλέτσε Χέντερσον. Στην αυτοβιογραφία της περιγράφει την κακομεταχείρισή της από συγγενείς με τους οποίους αναγκάστηκε να συμβιώσει όταν η μητέρα της εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, ενώ για σύντομο χρονικό διάστημα φυλακίστηκε για πορνεία. Η ενασχόλησή της με το τραγούδι ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1930, τραγουδώντας σε μικρούς χώρους του Μπρούκλιν. Ο μουσικός παραγωγός και κυνηγός ταλέντων Τζον Χάμοντ ήταν ο πρώτος που διέκρινε τις δυνατότητές της και οργάνωσε τις πρώτες ηχογραφήσεις της, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε συνεργασία με τον Μπένι Γκούντμαν. Από το 1935 ηχογραφούσε συστηματικά, αποκτώντας σταδιακά ένα ευρύτερο ακροατήριο. Υπήρξε από τις πρώτες Αφροαμερικανίδες τραγουδίστριες που συμμετείχαν σε ορχήστρα λευκών, συνεργαζόμενη με τον Άρτι Σο (Artie Shaw) το 1938, και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940 αποτελούσε μία από τις δημοφιλέστερες τραγουδίστριες. Την ίδια περίοδο, πολλά προβλήματα σημάδευαν την προσωπική ζωή της, σε αντιδιαστολή με την επιτυχημένη επαγγελματική εξέλιξή της. Άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, για την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση το 1947, ενώ συνδέθηκε συχνά με συντρόφους που την κακομεταχειρίστηκαν. Σε συνδυασμό με την εξάρτηση από το αλκοόλ η υγεία της επιδεινώθηκε. Συνέχισε να τραγουδά και να περιοδεύει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, ωστόσο η φωνή της τραχύνθηκε εμφανώς από τις καταχρήσεις. Πέθανε από κίρρωση του ήπατος σε ηλικία 44 ετών και σε δεινή οικονομική κατάσταση, έχοντας απωλέσει τα κέρδη της από τη μουσική.The Quintessential Billie Holiday, Vols. 1-9, ColumbiaThe Complete Original American Decca Recordings, MCA GRP 26012Lady in Autumn, Verve

PABLO MILANES


Ο Πάμπλο Μιλανές (Pablo Milanés) είναι Κουβανός συνθέτης, τραγουδιστής, κιθαρίστας.
Γεννήθηκε στο Bayamo της Κούβας το 1943. Σπούδασε στην εθνική σχολή μουσικής της Αβάνας. Το «feeling» είναι ένα μουσικό στυλ που ξεκίνησε στη Κούβα τη δεκαετία του 40, στο οποίο τα αισθήματα ορίζουν την ερμηνεία. Το στυλ αυτό επηρρεάστηκε από τα βορειοαμερικάνικα ρομαντικά τραγούδια της εποχής και τη τζαζ. Το «feeling» συνοδευόταν με μια κιθάρα, σαν τους παλιούς τρουβαδούρους, για να γίνει καλύτερη επικοινωνία με το κοινό. Από εκεί ξεκίνησε και ο Πάμπλο Μιλανές.
Ώς ερμηνευτής, ο Πάμπλο Μιλανές μπήκε στο συγκρότημα Los Bucaneros. Που και που, τραγουδούσε και μόνος του. Συνεργάστηκε με το συγκρότημα αυτό μέχρι το 1966. Το 1967, κάνει την στρατιωτική θητεία του, την εποχή του πολέμου στο Βιετνάμ, και αρχίζει να γράφει τραγούδια πιο πολιτικοποιημένα. Το 1968 δίνει την πρώτη του συναυλία με τον Silvio Rodríguez στο La Casa de las Américas. Είναι το πρώτο σήμα του μουσικού κινήματος που ονομάστηκε το 1972 Nueva Trova. Στο ίδιο μέρος συνάντησε και άλλα σημαντικά πρόσωπα της πολιτιστικής και μουσικής πολιτικής σκηνής όπως Violeta Parra, Chico Buarque, Vinicius de Moraes, Víctor Jara και πολλοί άλλοι. Στις αρχές της δεκαετίας του 80, ξεκινάει δικό του συγκρότημα, με διάφορους φίλους του. Συνεχίζει να αναμιγνύει διάφορα είδη μουσικής, πάντα με δυνατή κοινωνική διάσταση.
Μαζί με τον Silvio Rodriguez και τον Noel Nicola, θεωρείται ένας από τους ιδρυτές της Nueva Trova. Ξεχωρίζει από τον Silvio Rodriguez με μελωδίες επηρεασμένες από τη Βραζιλία, μελωδίες που τις παίζει στη κιθάρα ή στο πιάνο. Συνεργάστηκε με πολλούς καλλιτέχνες όπως οι Silvio Rodríguez, Joaquín Sabina, Ana Belén, Joan Manuel Serrat, Víctor Manuel, Los Van Van, και άλλους. Τα πιο φημισμένα τραγούδια του είναι Yolanda, Yo me quedo, Amo a esta isla.
Το 2005 για πρώτη φορά συνθέτει μέρος της μουσικής του κινηματογραφικού έργου Siempre Habana του Ángel Peláez.